- Αν με σκοτώσουν εμένα, εσένα ποιός θα σε βγάλει από δω μέσα;
- Αυτός που θα σε σκοτώσει, προχώρα...







«Δεν θυμάμαι τίποτα, ούτε έχω πάνω μου κάνα σημάδι που να μου θυμίζει κάτι, ούτε φωτογραφίες η κάτι ξεχωριστό μέσα στις τσέπες μου.»







«Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο θάνατος μέσα στις στοές μυρίζει πάντα αγιόκλημα και πάει προς τα δυτικά. Πάντως απ’ την πόλη θα σε βγάλω, νεκρή ή ζωντανή δεν έχει σημασία....»







«Καμμιά φορά τους βλέπω να περνάνε τους λόφους και να κατεβαίνουν προς τα δυτικά... Σκοτώνονται μεταξύ τους για λίγο νερό, η πέφτουν πάνω στ’ αποσπάσματα.»







«Συχνά βλέπω το πρόσωπό της να βγαίνει απ’ τα σκοτάδια και να με πλησιάζει. Τότε κι εγώ γυρίζω και πάω να την συναντήσω. Μα είναι πολύ αργά τ’ απόγευμα κι ο ήλιος χάνεται και δεν υπάρχει πια πρόσωπο.»







«Ένας μολυβένιος στρατιώτης μου έκλεισε το δρόμο, του είπα ένα παραμύθι και με άφησε και πέρασα...»







«Τώρα βρίσκομαι χιλιόμετρα μακρυά από το σπίτι μου σε μια χώρα που μου φαίνεται ξένη και σε λίγα λεπτά μπορεί να ξυπνήσω η να βρεθώ σκοτωμένη στην άκρη του δρόμου.»







«Το ποτάμι είναι μακρυά ακόμα κι’ ο χρόνος άρχισε πάλι να τρέχει. Απλά το διαισθανόμουνα γιατί δεν είχα ρολόι. Αλλωστε τα ρολόγια δεν είναι φτιαγμένα για να μετράνε αυτού του είδους το χρόνο.»







«Λένε πως μετά το ποτάμι, κάτω στη κοιλάδα του θανάτου στο χάσιμο του φεγγαριού, επτά άγγελοι προσεύχονται γι αυτούς που φεύγουν απ’ τη πόλη...»







«Πάντα θα μας βασανίζουν και τους δύο τα ίδια ερωτήματα. Από που έρχομαι, που πηγαίνω και πόσος καιρός μου απομένει για να ζήσω... Τι σημασία έχει πια;»

ΠΡΩΙΝΗ ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ  (1987)

 

Σε μια έρημη και κατεστραμμένη πόλη, μια γυναίκα βαδίζει ολομόναχη. Προσπαθεί να διασχίσει την απαγορευμένη ζώνη και να φτάσει στη θάλασσα. Παντού παραμονεύουν παγίδες και η Πρωινή Περίπολος την παρακολουθεί. Οι μηχανισμοί της πόλης λειτουργούν ανεξέλεγκτα. Ηλεκτρονικές φωνές καλούν τους ανύπαρκτους πολίτες να εγκαταλείψουν την πόλη.

 

Το σύστημα επικοινωνίας δουλεύει, οι κινηματογράφοι προβάλουν ταινίες, οικεία πρόσωπα μιας περασμένης εποχής γεμίζουν τις τηλεοπτικές οθόνες. Ένας άντρας, από τους λίγους επιζώντες, που τώρα φρουρεί την πόλη, εμφανίζεται ξαφνικά κοντά της. Την βοηθάει να φτάσει εκεί απ’ όπου κανείς δεν γύρισε για να πει αν στ’ αλήθεια υπάρχει.... στη θάλασσα. Θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, θα προσπαθήσουν να θυμηθούν το παρελθόν. Θα ξετυλίξουν μαζί το κουβάρι της μνήμης που μπλέχτηκε στη διάρκεια ενός ολέθρου.

 

Μια σχέση βίας και θανάτου, μια ιστορία αγάπης σ’ έναν αβάσταχτο κόσμο, τι νόημα μπορεί να έχει...

 

 
Copyright © 2017. Nίκος Νικολαΐδης. Designed by Zero Raid