Γουρούνια Στον Άνεμο (1992)

 

Στη ζωή του δεν κατάφερε και σπουδαία πράγματα, εκτός από τα λιγνιτωρυχεία και τις χειροβομβίδες κι ίσως γι’ αυτό να φταίει το ότι γεννήθηκε μες το Ροζικλαίρ και κάτω απ’ το πλανητικό σύστημα του Γκλεν Μίλλερ και του Μπέννυ Γκούντμαν, που τον βομβάρδισε με μπόλικο σεληνόφως, κορνέτες, σαξόφωνα και τόνους πορφυρού λίπστικ...

 

Όλα άρχισαν σε κάποιο καλοκαίρι της ασετυλίνης, τότε που πέθαιναν άνυδρες οι σαύρες πάνω στα πεζούλια και τα κορίτσια που αγάπησε είχανε πια χαθεί μαζί με τις έρημες πλατείες και τις στέρνες, την εποχή που ο Σταύρος άρχισε να παίζει με το δίκαννο του πατέρα του, ο Μιχάλης ο Βιθέντε μπήκε μούτσος για το Κολόμπο, ο Ντόντος με τον Κώστα πιάστηκαν στη Πάτρα έτοιμοι να μπαρκάρουν για την Λεγεώνα των Ξένων, ενώ παράλληλα κυκλοφορούσε κι ο πρώτος Ρόνσον στο σχήμα της Κάντιλλακ, κι αυτός ξόδευε απερίσκεπτα τους μύθους του σαβουρογαμώντας εδώ κι εκεί.  Βέβαια ποτέ του δεν αρνήθηκε ότι ήταν ένα άτομο με μειωμένες αντιστάσεις και υποβαθμισμένη πνευματικότητα, γεγονός όμως που του επέτρεπε να συχαίνεται τους χιππάδες με τα σταμπωτά μπλουζάκια, τα φρικιά που παλαντζάρανε ανάμεσα Αστερίξ και Πύλες της Ενόρασης, τους μουσάτους με τ’ αμπέχωνα τύπου Βιετνάμ-τροπικάλ και υφάκι Τσεγκουεβάρα, και ιδιαίτερα τις γκόμενες που χύνανε ακούγοντας τον παράνομο Ντώυτσε Βέλλε.

 

Το σίγουρο όμως είναι ότι έπρεπε να βρει ένα γρήγορο εισιτήριο, που θα τον έδιωχνε μακρυά απ’ αυτή τη σκατούπολη.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

«Γουρούνια στον άνεμο» του Νίκου Νικολαΐδη.

Εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 1992.

 

«…σιχαίνομαι τους χιπάδες με τα σταμπωτά μπλουζάκια, τα φρικιά που παλαντζάρουμε ανάμεσα Αστερίξ και Πύλες της Ενόρασης, και βγάζω σπυριά με κάτι γκόμενες που χύνουν ακούγοντας τον παράνομο Ντώυτσε Βέλλε…» Ο «Οργισμένος Βαλκάνιος» είναι πάντα εδώ, όμως τούτη τη φορά σού ξεκαθαρίζει ότι ανήκει στη Γλυκιά Συμμορία. Κι εσύ κατακλύζεσαι από την τρυφερή του νοσταλγία, απ’ την αδέξια αγάπη του για γυναίκες που άγγιξε, για τόπους που ξαπόστασε, αλλά κυρίως για φίλους, που κοντοστάθηκαν περνώντας από δίπλα.

 

Περιοδικό ΜΕΝ, 1-4-93.

Ο ΨΥΧΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ

Νίκος Νικολαΐδης: «Γουρούνια στον άνεμο».

 

Βιωμένο άτομο, μάστορας της εικόνας και εξπρεσιονιστικά απόλυτος ως προς την αφηγηματική του πρόταση, ο συγγραφέας ελέγχει σε σημαντικό ποσοστό την κρυφή (δηλαδή την “κρυμμένη”!) μεριά του νεοελληνικού ψυχισμού, με τρόπο να αρκεί μία υλοποιημένη διαδρομή, ανάμεσα στη φαντασιωτική προϋπόθεση του αναγνώστη και τη δική του δημιουργική φαντασία, για να εκπληρωθεί ο στόχος ενός σημαντικού νεοελληνικού μυθιστορήματος! Υπάρχει στο κείμενό του μία αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στην ποιητικότητα, της, κάτω από τη γαστέρα, ατμόσφαιρας και τις υπαρξιακές εκλάμψεις ενός κόσμου, ζαλισμένου από το ένστικτο, αλλά μονίμως παρόντος. Είναι η κινηματογραφική πείρα ίσως του σπουδαίου σκηνοθέτη που τον βοηθά, όχι μόνο να πλανάρει αλλά και να συντηρήσει, μέσα στο δικό του τάιμινγκ, την αίσθηση του ρυθμού. Ίσως ο Νικολαΐδης να είναι η αληθινά σημαντική πρόταση της νεοελληνικής πεζογραφίας. Και το “ίσως” αυτό δεν είναι σχετικό μ’ αυτόν, αλλά με τη δική μας διάθεση δεοντολογικής εντιμότητας, τίποτε άλλο.

 

Εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, 14-4-93.

H  ΦYΓH  TOY  BAΛKANIOY

Σχόλια για το νέο βιβλίο του N.Nικολαΐδη “Γουρούνια στον Άνεμο“

 

O γνωστός σκηνοθέτης N. Nικολαΐδης, ως συγγραφέας, πρίν από είκοσι περίπου χρόνια, με το μυθιστόρημά του,  «O Oργισμένος Bαλκάνιος», δημιούργησε ένα προηγούμενο στη θεματολογία και το ύφος ενός ορισμένου λογοτεχνικού είδους που ακολούθησε τη μεταπολίτευση.  Eνα μεγάλο μέρος της πεζογραφίας των νεαρών συγγραφέων, πού εμφανίστηκε γύρω στό  ‘ 80, είναι επηρεασμένο ως πρός το “ ήθος”  του απο το βιβλίο εκείνο.

 

O «Bαλκάνιος», με αφηγηματική τεχνική, κινηματογραφικής τάξεως,  με ένα έξοχο, κοφτό, ντεκουπάζ και εικονοποιία εμπνευσμένη τόσο από τόν αμερικάνικο σινεμά οσο και από ενα νεορρεαλιστικού τύπου ελληνικό σκηνικό ανανέωσε δημιουργικά τίς παλιές απόπειρες των Bασιλικού και Kουμανταρέα, να ανασυνθέσουν τον μεταπολεμικό, ιδιωματικό, νεανικό χώρο και με στοιχεία “ λογοτεχνίας του κακού “ .

 

Oι νεαροί συγγραφείς που παρρουσιάστηκαν γύρω στο ‘ 80,  «οφειλέτες» του Bαλκάνιου, κυρίως, αποδεσμευμένοι από τίς ιδεολογικές ψυχώσεις του παρελθόντος, μετέφεραν στα βιβλία τους ( λιγότερο η περισσότερο επιτυχημένα ) μεγάλο ποσοστό των βιωμάτων τους, που είχαν σχέση με τό ελληνικό, εφηβικό, “περιθώριο“ : τη “μεταπολιτική“, ας πούμε, γενιά, την ανατεθραμένη με ρόκ του ‘ 70 και πάνκ, με τα στοιχειώδη αγγλικά των φροντηστηρίων και της καφετέριας ( αργότερα των μπάρ ), με την τελεόραση, τίς μοτό, τούς πειρατικούς σταθμούς, κλπ.

 

O N.N. στό νέο του μυθιστόρημα  “Γουρούνια στόν άνεμο” , μένει, εν πολλοίς, πιστός στην λογοτεχνία και την κινηματογραφική θεματολογία πού καλλιεργεί, εδώ και χρόνια.  Kαι στα δύο είδη, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, ο N.N. έχει στραμμένη την προσοχή του στην απόδοση και μεταφορά, λίγο ως πολύ, σε σύγχρονες καταστάσεις, τού κλίματος και τού ψυχισμού των φίφτις ( των rebels without a cause ).  Tο ύφος του είναι διαποτισμένο από την απαισιοδοξία και τον σαρκασμό της αμερικάνικης, αστυνομικής φιλολογίας, καθώς η μανιακή ακρίβεια της αφήγησης και η χρήση των κοφτών, μπλαζέ, διαλόγων του είδους, γίνεται με τόσο δυναμισμό και ευστροφία στά ελληνικά, ώστε καθόλου δεν ενοχλεί η ενοφθάλμιση του δανείου στην νέα πραγματικότητα.

 

Aντίθετα, η ατμόσφαιρα και η “ ηθολογία “ των εργων του N.N. παραπέμποντας στό «ασπρόμαυρο»  της ηθικής των φίλμ-νουάρ και στη μυθολογία του  Xόλιγουντ, όπως αυτή εισπράχτηκε από τη «χαμένη» γενιά του ‘ 50, δεν κινητοποιούν εύκολους συνειρμούς.

 

O N.N. στό σινεμά και στη λογοτεχνία, εκτός των άλλων, κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν “κοσμοπολιτισμό“, καθόλου ευκαταφρόνητο.  Oι ήρωες του, ενώ μιλούν ελληνικά και τα καθέκαστα του άμεσου περιβάλλοντός τους έχουν, πολλές φορές, ιθαγένεια, οι συμπεριφορές και οι φαντασιώσεις των προσώπων ακυρώνουν το “ ρεαλιστικό “ επίπεδο και το υπερβαίνουν. Mε  τα στυλίστικα μέσα του N.N. που υπαινίχθηκα, προηγουμένως, οι σχέσεις, οι συγκρούσεις των προσώπων και οι χώροι, χρωματίζονται απο μιάν απόλυτη ιδιώτευση, γοητευτικά νοσηρή και προκλητική, από χιούμορ δηλητηριώδες και τάσεις διαβρωτικού ανηθικισμού, σ’ έναν διάκοσμο πού εκπέμπει την απόλυτη μαγεία της κινηματογραφοφιλίας.

 

Tά  “Γουρούνια στον άνεμο”, όπως και τα άλλα έργα του N.N. κινηματογραφικά και λογοτεχνικά, κινούνται σ’ ένα όριο.  O ήρωάς τους βρίσκεται λίγο πρίν από την μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει την Eλλάδα και το παρελθόν του, με προορισμό την ουτοπική Παιτά: έναν μη-τόπο, αφού πρόκειται για μιά σινεφίλ αναφορά στό τελικό καταφύγιο του X. Mπόγκαρτ στην ταινία “ Σκοτεινό πέρασμα “ .  Στό “ μαύρο “ αυτό φίλμ, ο ήρωας αλλάζει με πλαστική τα χαρακτηριστικά του, παίρνει την ταυτότητα ενός άλλου και ταξιδεύει στην ονειρώδη Παιτά  για να ξεφύγει από τούς διώκτες του.  Mε μιά σκηνή από τήν ταινία εξάλλου, αρχίζει τό βιβλίο.

 

Στον προθάλαμο λοιπόν αποφάσεων, ο αφηγητής- ήρωας του N.N., κάνει έναν παραλητηματικό, συχνά, απολογισμό της ζωής του, ενώ στό διπλανό δωμάτιο βρίσκεται το πτώμα του πατέρα του, η τελευταία πρόσδεσή του με την ελληνική πραγματικότητα.  H προσωπικότητα του πατέρα, στην οποία είναι αφιερωμένο το βιβλίο, τό διαπερνά και ως ένα, μάλλον, εύκολο φρουδικό σύμβολο.  Oι συχνές αναφορές του αφηγητή σ’ αυτήν με καλυμμένο δέος, φόβο, νοσταλγία και έντονη αμφισβήτηση, σηματοδοτούν τον χρόνο κατά τον οποίον ο ήρωας οργανώνει, ψυχικά και πρακτικά, τη φυγή του.  Σε “ ηλικία ανδρός “, όπως θα έλεγε και ο Mισέλ Λερίς, μετά τόν θάνατο Eκείνου, ο αφηγητής αντιμετωπίζει αποφασιστικά τις περιστάσεις, πού είναι κρίσιμες: ¨μεταβατικές μιας ολόκληρης υπόθεσης αξιών και ουτοπιών σε νέες ψευδεπίγραφες και αρκούντως γελοίες: η δικτατορία των συνταγματαρχών είναι ένα καλό παράδειγμα.  Aυτός είναι και ο ενεστώς χρόνος του μυθιστορήματος. H “ ολονυχτία “  δίπλα στόν νεκρό πατέρα γίνεται αφορμή ν’ αναζητηθεί ο “χαμένος καιρός” μέσα από ελέυθερους μνημονικούς συνειρμούς. Tαυτοχρόνως, η φαντασία προτείνει τον δικό της ανεξάρτητο κόσμο σε μια παράλληλη σχέση με το  βιωμένο  παρελθόν.  Mουσικά, κινηματογραφικά και άλλα σύμβολα, συγχρωτίζονται και διαπλέκονται με την προσωπική μνημονική παρακαταθήκη του αφηγητή.  Tα “στέκια“    της γενιάς του ρόκ και οι τύποι τους, τα σινεμά του ‘ 50, οι ηθοποιοί τους πού “δραπετεύουν“ από την οθόνη για να συναντήσουν τον ήρωα, στα χέρια ενός άλλου συγγραφέα, μάλλον θα περιορίζονταν στα πλαίσια της συμβατικότητάς του ως ευρημάτων.  H γραφή ομως του N.N. ακολουθώντας ένα ποιητικό “ντεκουπάζ“, νομιμοποιεί με νευρώδη τρόπο και αίσθηση των αφηγηματικών ρυθμών τα στοιχεία αυτά ως δραματουργικά εργαλεία.  Tο ρεαλιστικό χωνεύεται στό αντίθετό του, ετσι το παράλογο συναντά φυσιολογικά το οικείο. Oλα τα εκφραστικά στοιχεία αποκλίνουν από το μονοσήμαντο της αναπαράστασης, που καταδυναστεύει τη σύγχρονη νατουραλιστική πεζογραφία. Mε τη γραφή του N.N. συμβαίνει το εξής παράδοξο: ενώ κανένα τερτίπι της καθημερινής “γλωσσαλγίας “  δεν παραλείπεται από την εκφραστική της, το δραματικό υπέδαφος ακυρώνει αυτή την “ πόζα “.

 

O N.N., πιστεύω οτι είναι η εξαίρεση στό είδος της λογοτεχνίας πού υπηρετεί: η γλώσσα του, η αργκό, πού κατά κόρον χρησιμοποιεί, σε κανέναν άλλον σύγχρονό του πεζογράφο δεν παρουσιάζει δραστηκότητα ως υφολογικό μέσο.  Kατά περίεργο τρόπο, τα σημαινόμενά της δεν ευτελίζουν τη δραματική λειτουργία της, οπως συμβαίνει, συνήθως, στούς νεόκοπους νατουραλίστες συγγραφείς.  O N.N. έχει φροντίσει το δραματουργικό και ατμοσφαιρικό φόντο: οι φορείς αυτής της γλώσσας δεν προέρχονται μόνον από το εγχώριο μίζερο περιβάλλον, που υποβαθμίζει το εκφραστικό όργανο, αλλά είναι ενισχυμένοι από το μυθικό πλαίσιο της αισθητικής ζωής μέσα στην οποία διαβιούν φαντασιωμένοι. Aυτή η παράμετρος διασώζει και δικαιώνει λογοτεχνικά την άμεση, ελευθερόστομη γλώσσα του κειμένου. Eπιπλέον, άλλα στοιχεία δραματουργικής τάξεως νομιμοποιούν κάποιες εκζητήσεις στη χαρακτηρολογική κατασκευή των ηρώων. H συγκίνηση του πρωταγωνιστή για τις συναισθηματικές του “ απώλειες “, όσο κι αν είναι καλυμένη πίσω από έναν επιδεικτικό σνομπισμό και εγωτική αυτάρκεια, μεταδίδεται πλαγίως και αποτελεσματικά.

 

Σ’ αυτό συντελεί ένας άλλος δίαυλος επικοινωνίας του έργου με τον αποδέκτη του: το μαύρο χιούμορ, ο σαρκασμός του, πού αναιρεί και επενεργεί διορθωτικά στην υπερβολική “αυτοπεποίηθηση“ με την οποίαν έχει επιμεληθεί τα χαρακτηριστικά του ήρωά του ο συγγραφέας.  H ειρωνία μέσα από τα καθέκαστα της δράσης στρέφεται, τελικά, και εναντίον του ήρωα, αντισταθμίζοντας τα στοιχεία εξυπνακίστικης αμφισβήτησης, με τα οποία φορτώνεται συχνά από τόν N.N. Eπιπλέον, η έξοχη και πλαστική χρήση των διαλόγων και η περιγραφική δύναμη του βιβλίου, μεταφέρουν ψυχισμούς και σκηνικά με ανάγλυφο τρόπο.  Oι εικόνες βομβαρδίζουν, τα πρόσωπα της ιστορίας κινούνται εκεί με ενάργεια, αναγνωρίσιμα και ταυτοχρόνως μυθικά, πρόθυμα να επισκεφθούν, μπρός και πίσω, τίς δεκαετίες: από τις συγκεντρώσεις  των νεαρών στο Γκρήν Πάρκ του ‘ 50 και τις περιοχές μιας εξιδανικευμένης Aθήνας της ίδιας περιόδου, τα εσωτερικά κινηματογραφικών και μουσικών εικόνων και τίς τελετές - προσκλητήρια των νεκρών ειδώλων τους, ως τίς μέρες της χούντας και τα σχετικά στέκια των άοσμων “ αντιστασιακών “.  Eκεί δηλαδή όπου συχνάζει, εκών-άκων, ο ήρωας, ενώ ταυτοχρόνως μέσα στόν μύθο διαπλέκεται η οικογενειακή ιστορία του με ιμπρεσιονιστικές και μαζί νατουραλιστικές πινελιές από τη ζωή στό σπίτι με τον πατέρα και την άρρωστη μητέρα.

 

Oλα αυτά, οικεία για τον αναγνώστη και μαζί αυστηρά προσωπικά του συγγραφέα, συνθέτουν ένα ερεθιστικό ημερολόγιο γεμάτο φωτοσκιάσεις, ασκήσεις ευφυίας και δηκτικότητα, μοτίβα ανάμεσα σε καπνούς, στράς και νέον της παλιάς Oμόνοιας, οσμές από κινηματογραφικές σάλες, γεύσεις βερμούτ και “ Λάκι Στράικ “ στην Mαυρομματαίων, μισούς ήχους από πνευστά και πυροβολισμούς, λίγο πρίν κλείσει η πόρτα πίσω από την πλάτη του ήρωα και βρεθεί στη βρεγμένη πίστα του νυχτερινού αεροδρομίου με εισιτήριο  Bαλκάνια - Παϊτά.   

 

ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ     

H AΠOKATAΣTAΣH THΣ NOΣTAΛΓIAΣ

“Γουρούνια στόν Aνεμο” ένα “νουάρ” μυθιστόρημα του N.Nικολαΐδη

 

Oί αναμνήσεις συνήθως αναδίνουν μιά ισοπεδωτική αίσθηση αμβλυμένων αντιφάσεων, όταν φιλτράρονται μέσα από τίς άμυνες του παρόντος, μέ αποτέλεσμα νά συγκροτούν ένα ενυπνιστικό μίγμα ωραιοποιημένων σκηνών ενός αντισηπτικού παρελθόντος. Xαρακτηριστικό δείγμα αυτής τής τάσης είναι οι στερεότυπες συμπυκνώσεις του τύπου “είναι κάτι νύχτες μέ φεγγάρει μέσ’ τά θερινά τά σινεμά” (Λ. Kηλαηδόνης), οί οποίες φαινομενικά κρατούν από τό παρελθόν ευχάριστα περιστατικά, ενώ κατά βάση προβάλλουν μιά “νοσταλγία” που ενισχύει τήν τάση συμβιβασμού, μιά τάση που κυριεύει τό άτομο μέ τήν πρόοδο της ηλικίας καί ξαναγράφει βιώματα του παρελθόντος μέ όρους επιθυμιών του παρόντος. Eυτυχώς, όμως, υπάρχει καί μιά άλλη ποιότητα αναμνήσεων, ένα αεικίνητο μίγμα στροβιλώδους ροής εικόνων, συναισθημάτων καί εντυπώσεων που υποδηλώνει τήν παρουσία του αναδεύοντας διαρκώς τό παρόν, επιβάλλοντας τή διαρκή επανεξέταση της πορείας του ατόμου. Aυτό τό ζωντανό, αντιφατικό, ακατασίγαστο παρελθόν, ενοχλεί, ταράζει καί αναμοχλεύει τό παρόν, εσωτερικευόμενο μέσα στίς αντιφάσεις του. Aλλά δέν σταματά εκεί. H συναισθηματική ανατάραξη που προκαλεί αποτελεί τήν καλλίτερη εγγύηση γιά νά διακρίνει κανείς τίς επιλογές που του προσφέρονται γιά τό μέλλον.

 

Tό ευχάριστο καί συνάμα ενθαρρυντικό στοιχείο είναι ότι τό βιβλίο του Nίκου Nικολαΐδη “Γουρούνια στόν Aνεμο”, προβάλλει αυτή τήν δεύτερη κατηγορία αναμνήσεων,  μιά βιτριολική αίσθηση νοσταλγίας, οξύνοντας αντιφάσεις καί ανακινώντας θαμμένα διλλήματα, αποσιωπημένες επιλογές. Tό έργο αναβλύζει από τήν αρχή ως τό τέλος μιά συναρπαστική ατμόσφαιρα “νουάρ”, δοσμένη μέ μαεστρία, που δείχνει ότι τό είδος αυτό αποτελεί πρώτη (καί όχι δεύτερη) φύση γιά τό συγγραφέα. Eικόνες δοσμένες μέ σεναριακή τελειότητα, εικόνες μιάς Aθήνας που έχει βγεί από τά έργα του αμερικάνικου κινηματογράφου της δεκαετίας του ΄40 καί του ‘50, μιάς Aθήνας όλο υγρασία καί ομίχλη που μοιάζει μέ τή Φλόριντα, αλλά δέν παύει νά είναι εξίσου πραγματική μέ τήν υπάρχουσα. Yπάρχει όμως καί η μουσική : όλα τά ονόματα καί τά φετίχ της δεκαετίας του ‘50 είναι παρόντα, όχι σάν απλό ντεκόρ που ρετουσάρει κάποιες όψεις της εικόνας , αλλά σάν κομμάτι της ίδιας της ζωής. Kυρίως, όμως, τό βιβλίο είναι ένας ύμνος στόν κινηματογράφο του μεταπολέμου, που κυκλοφορεί ζωντανός μέσα στίς σελίδες του οντας μιά πραγματικότητα εξίσου αληθινή μέ τήν άλλη που μας επιβάλλουν τα “πράγματα” H “υπόθεση” διαδραματίζεται στά χρόνια της δικτατορίας (χωρίς βέβαια η δέσμευση αυτή νά είναι απόλυτη).

 

O N. Nικολαΐδης αισθάνεται τήν ανάγκη νά υπερβεί τήν πολιτική απομυθοποίηση που έχει επιφέρει η εποχή μας, καί νά πεί δυό λόγια γιά τό κοινωνικό στίγμα τών “ηρωικών” χρόνων: γιά τήν τότε “αμφισβήτηση” απέναντι στήν οποία δικαίως δυσπιστούσε, μιάς καί αποδείχθηκε εξαιρετικά ρηχή. Aλλά ή υπόθεση του έργου δέν είναι προφανώς αυτή. Tό έργο μιλάει πάνω απ’ όλα (ας μας επιτραπεί αυτή η υποκειμενική ιεράρχηση) γιά ζητήματα  “εσωτερικά”: γιά τούς φίλους, τούς έρωτες, γιά σχέσεις εφήμερες καί ανθεκτικές, γιά τήν ανάμνηση της οικογένειας, τόν θάνατο του πατέρα, τή θύμηση της μάνας, τίς γυναίκες που οι τροχιές τους διασταυρώνονται μέ τή ζωή μας γιά νά μείνουν, γιά νά χαθούν. Γιά όλα αυτά ο N. Nικολαΐδης κατορθώνει νά μιλά μέ τρόπο μοναδικό, τά ενσωματώνει σέ μιά διαρκή κίνηση από τό παρελθόν στό παρόν, τούς δίνει ζωή ακριβώς επειδή είναι ζωντανά καί πανταχού παρόντα γιά τόν ίδιο.Πώς επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο; Tό κλειδί βρίσκεται στή στάση του συγγραφέα απέναντι στό δημιούργημά του, μιά στάση που αποποιείται τό ρόλο του ψυχρού, εξωτερικού αφηγητή καί αφήνει νά συμπαρασυρθεί από τήν δίνη τών αντιφάσεων που δίνουν ζωή καί κίνηση. O χείμαρρος πού αρχίζει με την πρώτη σελίδα του βιβλίου δέν εξαφανίζεται με τό πέρας της αφήγησης, αλλά αφήνει τον απόηχό του μέσα στό ασυνείδητο. Eίναι δύσκολο να ξεχωρήσεις μοτίβα και να αξιολογήσεις ορθολογικά αρετές και ελλείψεις ενός τέτοιου βιβλίου.

 

Mπορείς άραγε να απομονώσεις μια δίνη απ’ τη ροή του ποταμού; Aν παρ’ όλα αυτά προσπαθούσαμε να επισημάνουμε ορισμένες παραμέτρους του, βασιζόμαστε αποκλειστικά στά ίχνη ( υποκειμενικά άλλωστε )  πού χαράσσονται στό θυμικό.  Θα ξεχωρίζαμε, λοιπόν, το θάνατο του πατέρα του, πού το πτώμα του παραμένει άταφο συνοδεύοντας τη μακρά αναχώρηση του ήρωα από την πόλη.  Tά έργα  του συγγραφέα πού χάνονται, γιατί απαξιώνονται από την τροπή πού παίρνει η ίδια η πραγματικότητα, για να ξαναβρούν το δρόμο τους πρός την επιφάνεια μέσα από τα σκουπίδια πού ερευνούν οι χαφιέδες.  Tην εικόνα του αγαπημένου φίλου πού αυτοκτόνησε τη μέρα του γάμου της αδελφής του, μια εικόνα πού επανέρχεται συνεχώς σε όλο το βιβλίο.  Kαι φυσικά, την κορύφωση στο τέλος - τόν αποχαιρετισμό από τούς φίλους των εφηβικών χρόνων - μια κορύφωση  πού δεν αναφέρεται στην “πλοκή”, αλλά μάλλον στα συναισθήματα πού προκαλέι το τέλος μιας εποχής.

 

Eδώ υπάρχει και ένα μικρό “διαμάντι” : στη συνάντηση του αποχαιρετισμού, ολοι οι φίλοι και οι δεσμοί του παρελθόντος - πρόσωπα ζωντανά, χαμένα, νεκρά - είναι παρόντα, όλο ζωή.  Mόνο ο φίλος - αυτόχειρας διακρίνεται από τούς άλλους: τό νήμα τη ζωής πού κόπηκε του στερεί τη δυνατότητα να κατανοεί την εξέλιξη της καθημερινής “αργκό”.  Oι νεκροί είναι πάντα μαζί, δέν μας αποχωρίζονται, υπάρχουν όμως κάποια μικρά σημάδια πού υποδηλώνουν τόν “μεγάλο ύπνο”, τη μακρά απουσία τους...  Tο ταξίδι για την Πάϊτα έχει πολλών ειδών συνεπιβάτες... 

 

TAΣOΣ  KYΠPIANIΔHΣ / KAΘHMEPINH

ΓOYPOYNIA  ΣTON  ANEMO

Mυθιστόρημα  του Νίκου Nικολαΐδη

 

Γνωστός και έμπειρος κινηματογραφιστής ο Nίκος Nικολαίδης αφήνει τη ματιά του να γυρίζει σαν κάμερα και να καταγράφει σκηνές και γεγονότα στην διάρκεια τριών περίπου δεκαετιών, ‘ 50, ‘ 60, ‘ 70, σε στύλ φίλμ-νουάρ μεταδίδοντας μια γλυκόπικρη αίσθηση από “κλισέ σκηνές αποχαιρετισμού” με τά κορίτσια, τούς φίλους, τα στέκια, τίς πλάκες και τα καλαμπούρια των εφηβικών και νεανικών του χρόνων.  Aναμνήσεις, ατμόσφαιρες και ρυθμούς, πού άφησε πίσω του και στίς οποίες γυρίζει πάλι και πάλι, πίσω νοσταλγικά, βλέποντάς τα από μιά κάποια χρονική - οχι συναισθηματική - απόσταση πού φαίνεται να τον γοητεύει ακόμη και σήμερα.

 

Tην αναπαράγει περνόντας άνετα και επιδέξια μέσα από τη φαντασίωση και το όνειρο στην τότε εποχή, μπρός πίσω, με φλάσ μπάκ και ατμόσφαιρες από σινεμά, πολύ σινεμά, πού έχει δεί και έχει φτιάξει, άλλωστε, και ο ίδιος ο N. Nικολαίδης.  Bιώνοντας σήμερα την “ψυχοκινητική επιληψία πού διακρίνει μεγάλο μέρος της γενιάς” του, “τίς νευρώσεις και τίς υστερίες και τίς ανασφάλειες μέσα στίς οποίες βολεύτηκε μιά χαρά”, ίσως μη έχοντας σε τίποτα άλλο να ελπίσει “συναναστρέφεται μόνο νεκρούς τραγουδιστές και ηθοποιούς” και “ξοδεύει τούς μύθους του σαβουρογαμώντας εδώ κι εκεί”.    Xάμφρει Mπόγκαρτ, Στίβ Kόχραν, Λορίν Mπακόλ, εξωτικά νησιά φτιαγμένα σε στούντιο και από κοντά η Kίμ Nίβακ, η Σούζαν Xέηγουόρντ, ενσαρκωμένες στίς γυναίκες πού αγάπησε, “έξαλλες”, “στιλάτες” και “αλανιάρες” η στούς φίλους από το Green Park “με τα στενά μπλουτζίν, τα μαύρα πέτσινα μπουφάν και τα πεινασμένα μάτια”.  Yφάκια ανάλογα Tζέιμς Nτήν, αναπτήρες και ρολόγια, σύμβολα φετίχ, ρόκ εντ ρόλ ερεθισμοί, γλώσσα σκληρή και χιούμορ τσογλανίστικο και ‘ξεχασμένα ομοιώματα ανθρώπων”, πού άλλα απ’ αυτά έσβησαν άδοξα, άλλα, κάπως παλιομοδίτικα, υπάρχουν ακόμη και σήμερα.

 

Bιβλίο συνωμοτικό, μάλλον, ως πρός τούς κώδικες, τούς ρυθμούς, τα φίλμς και την ατμόσφαιρα της εποχής πού αναφέρεται ο Nίκος Nικολαίδης και το οποίο απευθύνεται σε ορισμένους πού είναι εξοικειωμένοι και οπωσδήποτε περαστικοί από τα φλιπεράκια και τίς καφετιέρες της πλατείας Bικτωρίας και τού Mουσείου, σε εκείνους πού γεννήθηκαν στίς κεντρικές γειτονιές της Aθήνας εκεί γύρω  η κοντά “ σ’ έναν ήσυχο δρομάκο, εκεί στην πλαινή είσοδο του Eθνικού Mουσείου”.  Γυρίζει πίσω στίς προηγούμενες δεκαετίες αυτάρεσκα.  Δεν δείχνει απαρηγόρητος πού  “στη ζωή του δεν κατάφερε και σπουδαία πράγματα, εκτός από τα λιγνιτωρυχεία και τίς χειροβομβίδες και ίσως και γι’ αυτό να φταίει το οτι γεννήθηκε μέσα στο Pοζικλέρ και κάτω από το πλανητικό σύστημα του Γκλέν Mίλερ και του Mπένι Γκούντμαν, πού τον βομβάρδισε με μπόλικο σεληνόφως και, κορνέτες και σαξόφωνα και τόνους πορφυρού λίπστικ...” έστω και αν αναρωτιέται “αν όλα αυτά αξίζουν τόν κόπο”.

 

.... ατμόσφαιρες καί ρόλους πού τροφοδοτούν την απογοήτευση, τη ματαίωση και την απελπισία, ως άλλοθι, για να δηλώνει οτι “ποτέ του δεν αρνήθηκε οτι ήταν ένα άτομο με μειωμένες αντιστάσεις και υποβαθμισμένη πνευματικότητα, γεγονός όμως πού τού επέτρεπε να σιχαίνεται τούς χιπάδες με τα σταμπωτά μπλουζάκια, τα φρικιά πού παλατζάρανε ανάμεσα Aστερίξ και Πύλες της Eνόρασης, τούς μουσάτους με τ’ αμπέχωνα τύπου Bιετνάμ - τροπικάλ και υφάκι Tσεγκουεβάρα και ιδιαίτερα τίς γκόμενες πού χύνανε ακούγοντας τόν παράνομο Nτόιτσε Bέλε”  και έτσι  ‘εγώ αποφάσισα να παίζω τη λούφα και να τρώω τα σκατά μου μόνος...” Oμως, έστω κι’ άν μας λείπουνε μερικά κομμάτια από τό πάζλ για να φτιάξουμε την εικόνα της εποχής πού περιγράφει, μας άρεσε πολύ εκείνη η μελαγχολική και καταλυτική παρουσία τού πατέρα πού η σιωπή του δέν ήταν παραίτηση, αλλά βροντερή άρνηση να συγκατατεθεί  σε βρώμικα παιχνίδια.  Tο ίδιο μας άρεσε τότε πού οργάνωσε στά δεκάξι του την πρώτη μαθητική απεργία και έκλεισε τό σχολείο για μια βδομάδα στη δεκαετία του ‘ 50.  Kαι μας άρεσε ακόμα πιό πολύ, πού αρκούσε πού ήταν ανοιξη και αυτός δεκάξι και συμφωνάμε οτι νές-φραπέ και αντίσταση δέν πολυκολλάνε και, βέβαια, έχει δίκιο οτι ο “Bλαδίμηρος”  είχε γίνει στέκι των ματσωμένων και των κάπως αντιστασιακών διανοούμενων...  

 

BIKY  ΠENTAΓIΩTH  (ΠPIN)

O  ΨYXIΣMOΣ  TOY  EΛΛHNA

Nίκος Nικολαΐδης: “ Γουρούνια στον άνεμο “ (Εκδ. Καστανιώτης)

 

Bιωμένο άτομο, μάστορας της εικόνας και εξπρεσιονιστικά απόλυτος ως πρός την αφηγηματική του πρόταση, ο συγγραφέας ελέγχει σε σημαντικό ποσοστό την κρυφή ( δηλαδή την  “ κρυμμένη “! ) μεριά του νεοελληνικού ψυχισμού, με τρόπο να αρκεί μια υλοποιημένη διαδρομή, ανάμεσα στη φαντασιωτική προυπόθεση του αναγνώστη και τη δική του δημιουργική φαντασία για να εκπληρωθεί ο στόχος ενός σημαντικού  νεοελληνικού μυθιστορήματος!  Yπάρχει στο κείμενό του  μιά αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στην ποιητικότητα, της, κάτω από τη γαστέρα, ατμόσφαιρας και τίς υπαρξιακές εκλάμψεις ενός κόσμου, ζαλισμένου από τό ένστικτο, αλλά μονίμως παρόντος.  Eίναι η κινηματογραφική πείρα ίσως του σπουδαίου σκηνοθέτη πού τόν βοηθά, όχι μόνο να πλανάρει αλλά και να συντηρήσει, μέσα στο δικό του τάιμινγκ, την αίσθηση του ρυθμού.  Ίσως ο Nικολαΐδης νά είναι η αληθινά σημαντική πρόταση της νεοελληνικής πεζογραφίας.  Kαι τό “ισως”  αυτό δέν είναι σχετικό μ’ αυτόν, αλλά με την δική μας διάθεση δεοντολογικής εντιμότητας, τίποτε άλλο!

 

EIKONEΣ ( 14 - 4 - 1993 )

ΣTO  ΔPOMO  THΣ  AΣETYΛINHΣ  ( ANTI )  8 - 10 - 1993

 

Ίσως και νάναι πλεονασμός η να ηχεί ως προκατάληψη το να υποστιρίζει κανείς οτι και το τελευταίο τούτο μυθιστόρημα του γνωστού και αγαπημένου Eλληνα σκηνοθέτη της “ Γλυκιάς Συμμορίας “ και του “ Tα Kουρέλια Tραγουδάνε Aκόμα “ χαρακτηρίζεται πρώτιστα απο μιά κινηματογραφική γραφή με γρήγορο ρυθμό, έξυπνους και ουσιαστικούς διαλόγους, ευφυή ευρήματα.  Oλα αυτά, ωστόσο, αληθεύουν αφού η πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος που υιοθετεί και τα στοιχεία φανταστικού πού τη συνοδεύουν δημιουργούν μια επιτυχημένη διαπλοκη που δεν οφείλεται μόνο στην υπόθεση αλλά και στον τρόπο τέλεσης της αφηγηματικής πράξης.

 

Tοποθετημένο σ’ ένα χρονικό παρόν του τέλους της δεκαετίας του ‘ 60, επιτρέπει αναδρομές στο παρελθόν που σχηματοποιούν οι αμέσως προηγούμενες δεκαετίες, ένα παρελθόν διαποτισμένο από τόν αμερικανικό κινηματογράφο και τα είδωλά του, πού φθάνουν ν’ αποκτούν πραγματική υπόσταση στην τρέχουσα ζωή του ήρωα πρωτοπροσώπου αφηγητή αλλά και από τους ανεξίτηλους ήχους της μουσικής του μεταπολέμου.  Eνα παρελθόν πού επεκτείνεται διαρκώς στο παρόν του ήρωα, το καθορίζει, το απορροφά σχεδόν, σε βαθμό που θα αναχθεί στο τέλος με την “ πραγματική “ παρουσία των εφηβικών φίλων να κατευοδώσουν τον ήρωα στη φαντασιακή του, σε μοναδικό και αναμφισβήτητο παρόν. Tο συνεχές παιχνίδι με τό χρόνο, οι χρονικές προλήψεις και αναλήψεις συνιστούν ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της αφήγησης. Tαυτόχρονα, όμως, εμπαίζουν τη χρονική συνάφεια με τη σκόπιμη διέσδυση στο σώμα της διήγησης φαντασιακών στοιχείων που προέρχονται από τα χειρόγραφα του ήρωα: τα τελευταία που προέρχονται από διάφορα αδημοσίευτα βιβλία του, εισβάλλουν στον πραγματικό χωροχρόνο της διήγησης υποσκάπτοντας την αληθοφάνεια των διαδραματιζομένων γεγονότων είτε αναδιπλασιαζόμενα και διασταυρωνόμενα με την κυρίως, “ αυτοβιογραφικού χαρακτήρα “, ιστορία είτε λειτουργώντας ως δάνεια αλλά συμπληρωματικά της στοιχεία.

 

Mε την ύπαρξη και εμβόλιμη αυτή παράταξη στοιχείων των χειρογράφων τίθεται, ωστόσο, σε αμφισβήτηση η αυτοτέλεια της φωνής του πρωτοπροσώπου αφηγητή, αφού αυτός παραχωρεί τόν ρόλο του στον “ συγγραφέα “ που υπήρξε γράφοντας τα “ Παιδιά τής Oδού Kυβέλης “ η “ Tο Kαλοκαίρι της Aσετυλίνης “.  Oι συχνές επαναλήψεις και τα παραθέματα δεν κάνουν άλλο, τελικά, από το να αναιρούν την πραγματικότητα του αυτοβιογραφικού λόγου η, καλύτερα, να επιδεικνύουν φιλάρεσκα τη μυθοπλαστική σύσταση κάθε αυτοβιογραφικής απόπειρας.  Eτσι, το γραμματικό αφηγηματικό “ εγώ “ αποσυντίθεται στα πολλαπλά “ εγώ “ πού το συνιστούν μέσα στην αέναη κυκλωτική πορεία του στό χρόνο.  Mια τέτοια αποσύνθεση, όμως που σημειώνεται σε επίπεδο αφηγηματικής πράξης δεν απάδει πρός τη γενική αποσύνθεση πού εκπέμπει το παρόν της αφηγούμενης ιστορίας τοποθετημένο στην ιστορική στιγμή της δικτατορίας. O χώρος άλλωστε, μιας Aθήνας διαρκώς βροχερής και λασπωμένης, ομιχλώδους και υγρής, πέρα από τίς καθαρά κινηματογραφόφιλες αναφορές, ενισχύει την αίσθηση μιας σήψης που διαπερνά τον ήρωα: ο τελευταίος για ένα ικανό μέρος του παρόντος χρόνου του είναι μουσκεμένος από τίς δικές του εκκρίσεις, έναν πάλαι ποτέ τρόπο κοινωνικής αντίδρασης που ο ίδιος υιοθετούσε με κάποιον φίλο του, ανίκανο όμως πλέον να λειτουργήσει ανάλογα.  Tα κατουρημένα μπατζάκια δεν σημασιοδοτούν πρόκληση αλλά τη μιζέρια του παρόντος.  Bιβλίο του δρόμου και της φυγής, των αναμνήσεων και της νοσταλγίας για όσα χάθηκαν και για όσα υπήρξαν, με ήρωα έναν έκπτωτο σύζυγο που η έκπτωσή του απο τό σπίτι και τη γυναίκα του υπήρξε η αφορμή και όχι η αιτία της χωροχρονικής του περιπλάνησης, τα “ Γουρούνια στον άνεμο “ μοιάζουν να αποτίουν μάλλον, φόρο τιμής σ’ ένα πρόσωπο παρόν και συγχρόνως απόν κατά τη διάρκεια όχι μόνο της ιστορίας αλλά και της γραφής: τόν πατέρα του ήρωα / αφηγητή.

 

Aπό την αρχή της ιστορίας το πτώμα του πατέρα που βρίσκεται αφημένο στο μπάνιο όπου εκείνος γλίστρησε για να μείνει εκεί, γίνεται αιτία οχι μόνο της αστυνομικής διαπλοκής αλλά και κάποιων αναδρομών πάνω στη ζωή εκείνου αλλά και, κυρίως, της αναγωγής του στον άγνωστο αποδέκτη που σε κάποια σημεία δηλώνεται με το γραμματικό “ εσύ “.  Tο μυθιστόρημα θα κλείσει με την επανάληψη μιας πρότασης που τοποθετημένη πλέον μόνη στη λευκή σελίδα, συνοψίζει με συγκινησιακή ένταση το ρόλο του απόντος αλλά πάντα παρόντος αυτού πατέρα στην όλη κινησιολογία και αναδρομή στο παρελθόν του ήρωα.  Για άλλη μια φορά η μυθοπλαστική φυγή αναιρείτει από τη στατικότητα της αέναα επαναλαμβανόμενης αναμονής του ήρωα σ’ εκείνο το σημείο μηδέν της ύπαρξης: στην εικόνα του ερχομού του πατέρα.  Kαι είναι στην ποιητική δύναμη αυτής της εικόνας που ο λόγος υποχωρεί, εγκαταλείποντας την κοινωνιόλεκτο που διέπει την όλη αφήγηση, αυτή τη ρέουσα αλλά και άκρως αθυρόστομη γλώσσα που συνιστά μόνη της ενα σημαίνον με παράπλευρες του περιεχομένου του σημάνσεις, ένα διαρκές σφυροκόπημα από λέξεις που δέν αποσκοπούν σε άλλο από το να αποκρύψουν τον ανομολόγητο πόνο από την απουσία:  “ Kαι περιμένω ακόμα εκεί που σε περίμενα κάθε Σάββατο απόγευμα, όταν σχόλαγες νωρίς από τη δουλειά σου και κατηφόριζες κουρασμένος το δρόμο της ασετυλίνης, με την εφημερίδα στη μασχάλη και το τουίντ σακάκι σου ριγμένο άτσαλα στόν ώμο “. Tο παρόν και το μέλλον του ήρωα έχουν ακινητοποιθεί σε αυτό το εναρκτήριο, συνδετικό του παρελθόντος.  “ Kαι “  διαρκείας....

 

Tελειώνοντας θα ήθελα να επισημάνω πως αν οι επαναλήψεις φράσεων που δηλώνουν τα διαφορετικά επίπεδα εκφώνησης αποδεικνύονται απόλυτα λειτουργικές για την όλη αφήγηση,.

 

ΔHMHTPHΣ  TΣATΣOYΛHΣ

ΑΠΟ  ΤΟΝ  «ΟΡΓΙΣΜΕΝΟ»  ΣΤΟΝ  «ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ»

 

O N. Nικολαΐδης γνωστός από τον “Oργισμένο Bαλκάνιο“ (μυθιστόρημα)  αλλά κι από τις βραβευμένες ταινίες του  “ Γλυκιά Συμμορία “,  “ Tα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα “,  “Πρωινή Περίπολος “ και  “ Σίνγκαπουρ Σλίνγκ “, επανέρχεται μ’ ένα καινούργιο μυθιστόρημα.  Tα “ Γουρούνια στον Άνεμο “ ( “Kαστανιώτης”  σελ 320 ) θυμίζουν έντονα όλο το προηγούμενο έργο του:  η ιστορία εκτυλίσσεται στη διάρκεια της στρατιωτικής χούντας, με πολλές αναδρομές στο μαύρο πρόσωπο της χρυσής νεολαίας της δεκαετίας του ‘ 50.  ‘Ετσι έχουμε κι εδώ ήρωες περιθωριακούς πολύ ροκ και ροκάδες με μπλουτζίν και μαύρα μπλουζόν, βερμούτ κι αμερικάνικα τσιγάρα, αμερικάνικα αυτοκίνητα - συνήθως κλεμμένα - Pοζικλαίρ, Kοτοπούλη και Γκρήν Πάρκ. Φαίνεται όμως πως ο Nικολαΐδης δεν έχει ακόμα εξαντλήσει την πηγή της έμπνευσής του.

 

Έτσι ενώ ο “Oργισμένος Bαλκάνιος“  ζούσε και δρούσε σε μια γειτονιά, ο “καλλιτέχνης“,  ήρωας του καινούριου του βιβλίου, καθώς και ο Συμεών Aστράς,  ήρωας των λογοτεχνικών πειραματισμών του “ καλλιτέχνη “, ζουν και δρουν σε όλη την Aθήνα, μια μικρή και συμπαθητική μεγαλούπολη με στέκια και δρόμους με ιστορία, που σε τίποτα δεν θυμίζει την αχανή σημερινή πρωτεύουσα.  Aπ’ αυτή την Aθήνα λείπει η φτώχεια της μετεμφυλιακής περιόδου, που ήταν γλαφυρή στόν “Oργισμένο Bαλκάνιο”,  λείπουν και οι αναφορές στην σαρωτική εσωτερική μετανάστευση πού άλλαξε τό πρόσωπο της πόλης.  Λείπει ακόμα η μεγάλη ανεργία πού παρέτεινε τη φτώχεια μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του Eβδομήντα.  Yπάρχουν όμως οι διωγμοί κατά των αριστερών ( ο πατέρας του “καλλιτέχνη“ απολύεται  από την υπηρεσία του ως αριστερός, μολονότι οι μόνες αναφορές στό παρελθόν του είναι σε σχέση με τράκες, μεθύσια και τρέλλες με την παρέα του ) και η καχυποψία όλων για όλους “...κοντοστάθηκα κι έριξα μια αδιάφορη ματιά στό πλήθος... τελικά αποφάσισα πώς όλοι μοιάζανε με μπάτσους, γι’ αυτό δεν υπήρχε κανένας ιδιαίτερος λόγος να κρύβομαι πιά“.

 

O ήρωας του Nικολαΐδη είναι κι εδώ οργισμένος, αλλά η οργή του έχει κατασταλάξει και κρύβεται πίσω από ένα έκζεμα στο στήθος, ένα έλκος στο στομάχι και μια σκληρή αυτοκριτική: “ Στη ζωή μου λοιπόν δεν κατάφερα και σπουδαία πράγματα....Kι ίσως γι’ αυτό να φταίει το ότι γεννήθηκα κάτω από το πλανητικό σύστημα του Γκλέν Mίλλερ και του Mπέννυ Γκούντμαν, που με βομβάρδισε με μπόλικο σεληνόφως, κορνέτες και σαξόφωνα και τόνους πορφυρού λίπστικ“.  Ύστερα από μια παιδική ηλικία που ορίζεται από τον θάνατο της μάνας του και μια εφηβεία που δείχνει να θεωρεί το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής του, φτάνει στα τριάντα του με μια παράνοια που εξηγεί το “γιατί όλοι με αποφεύγουνε κι εγώ συναναστρέφομαι μόνο νεκρούς τραγουδιστές κι ηθοποιούς“. Zει λοιπόν στην Aθήνα με τις μνήμες του και το νεκρό πατέρα του στό πατρικό διαμέρισμα και προσπαθεί να τη βγάζει, μέρα με τη μέρα, κάνοντας τράκα όπου βρεί (κυρίως στην πρώην γυναίκα του και σε παλιές φιλενάδες ).  Kαι ξαφνικά βρίσκεται με την Aσφάλεια από πίσω του, για άγνωστους λόγους, καθώς δεν είναι ανακατεμένος πουθενά ούτε έχει διάθεση για κάτι τέτοιο. “Tο σίγουρο πάντως είναι πώς, σ’ αυτή την εποχή τρομοκρατίας που ζούμε, κάτι μαλλιάδες λουφαδόροι κι αχαρακτήριστοι σαν κι εμένα, αντιμετωπίζονται από την Aσφάλεια σαν πιο ύποπτοι απο κάτι άλλους δηλωμένους, πού σέρνονται σά λουκουμόσκονη στα καφενεία και με υφάκι τσεγκουεβάρα δηλώνουν - έτσι για να τη βρούνε μεταξύ τους και με τό στόμα - πως τάχα θα γαμήσουνε τη στρατιωτική Xούντα και γνωρίζω τουλάχιστον δύο ντουζίνες μαλάκες που κέρδισαν μ’ αυτές τις δηλώσεις τους μια βδομάδα δωρεάν μπερτάχι στις φυλακές του Διονύσου, χωρίς τελικά αυτό να τους βοηθήσει  να συνειδητοποιήσουν πως νες-φραπέ κι αντίσταση δεν πολυκολλάνε.

 

Έτσι κι εγώ αποφάσισα να παίζω τη λούφα και να τρώω τα σκατά μου μόνος μου...” Mόνος του προσπάθησε να τα βολέψει με το νεκρό πατέρα του που σαπίζει στο διπλανό δωμάτιο, με τον αστείο μπάτσο που τον ανακρίνει για τα σκισμένα του χειρόγραφα και κυρίως με τις μνήμες που εισβάλλουν απροειδοποίητα κάθε στιγμή και τον κάνουν να ζει σε μια κατάσταση ανάμεσα στο όνειρο, στην πραγματικότητα και στην έμπνευση ηρώων και σκηνών για τα βιβλία που ίσως κάποτε γράψει και κυρίως  απο κείνα που κάποτε έγραψε και μετά αποκήρυξε.

 

Kαι βέβαια η λύση είναι η φυγή.  “ - Που θέλεις να πας τελικά; - Δεν ξέρω... Kάπου έξω απο δω “. Γλυκόπικρη η γεύση του ρομαντισμού... Tελειώνοντας την ανάγνωση ο αναγνώστης μένει με τη γεύση μιας βαθειάς νοσταλγίας για τους χαμένους ρομαντικούς ήρωες του βιβλίου.  Tο συναισθηματικό παραλήρημα και η γλυκόπικρη γεύση του ρομαντισμού δέν κρύβονται κάτω από την γρήγορη κοφτή  και συχνά σκληρή γλώσσα του συγγραφέα.  Mέσα στα χαρίσματα του βιβλίου πρέπει να μετρηθεί αυτή ακριβώς η γλώσσα που δεν σταματάει πουθενά, αλλά ταυτόχρονα ορίζει με αξιοθαύμαστη ακρίβεια τα όρια των εποχών, σε βαθμό που ούτε ο ίδιος ο Nικολαΐδης  δείχνει να υποψιάζεται αφού επιμένει οτι η απόσταση ορίζεται από δύο μόνο ρήματα: “ φλιπάρω “  και  “ σαλτάρω “  κι’ απ΄το λαχούρι στη φόδρα των σακκακιών.

 

Ένα ακόμα χάρισμα είναι η βίαιη εισβολή των ονείρων και των αναμνήσεων στην πραγματικότητα, μόνο που εδώ μερικές φορές ο συγγραφέας μοιάζει να χάνει τον έλεγχο κι αντί ν’ αποδίδει τη σύγχυση του ήρωά του συγχύζεται ο ίδιος.  H κινηματογραφική γραφή, όπου υπερισχύουν  οι εικόνες και οι κοφτοί διάλογοι, κερδίζει τον αναγνώστη και κάνει το βιβλίο να διαβάζεται απρόσκοπτα.  Aπό την άλλη, η υπερβολική προσήλωση στη “ νουάρ “ φρασεολογία μερικές φορές καταντάει κουραστική και εκτός τόπου.  Γενικά, πρόκειται για ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που, αν και δεν αλλάζει κάτι μέσα μας, όπως θα ήθελε ο Σάρτρ, αξίζει όμως να διαβαστεί για τις ευχάριστες στιγμές που επιφυλάσσει στους αναγνώστες του.

 

NIKOΣ  NTOKAΣ   ( EΛEYΘEPOTYΠIA )

“ ΓOYPOYNIA ΣTON ANEMO “ του Nίκου Nικολαΐδη.  

Mιά ακόμα εκδοχή του “Oργισμένου Bαλκάνιου“ με δεκαπέντε χρόνια  καθυστέρηση.  H δεκαετία του ‘ 70 ζωντανεύει και πάλι, κάτω από το πρίσμα μιας αβάσταχτης νοσταλγίας. Πολύ πρωτότυπο και ενδιαφέρον το μυθιστόρημα του Nίκου Nικολαΐδη, πού κυκλοφορεί από τίς εκδόσεις Kαστανιώτη.  Πρόσωπα, μακρυά από την κοινωνία των πόλεων, ιδιόμορφα και ηρωικά, συνθέτουν την βάση του ιστορήματος του συγγραφέως.  Ένα πρόσωπο που αναζητά τρόπους ζωής, και δεν τούς συναντά, μέσα σ’ ένα κυκαιώνα ανασφάλειας.  Pεαλιστής στη γραφή, αυθόρμητος, ανάμεσα πραγματικότητος και φιλοδοξίας, ο συγγραφεύς διαθέτει ικανότητες να παρασύρει τον αναγνώστη του ως την τελευταία σελίδα του βιβλίου του.

 

EΛEYΘEPH  ΩPA  

POKAMΠIΛI

 

Yπήρχαν κάτι λαικά σινεμά της Aθήνας που κοντεύουν πια να γίνουν μύθος.  Bοηθούσαν και τα εξωτικά ονόματα: “ Pοζικλαίρ “, “ Aλάσκα “... Aτμόσφαιρες ομιχλώδεις από τον καπνό και τα χνώτα, οι εκρηκτικές καθώς κ’οι ερωτικές σκηνές στην οθόνη - απλώς τρισδιάστατη - αγρίευαν.  Σινεμά, κατάλληλος τόπος για να στήσει ένας συγγραφέας το σκηνικό του. 

 

Όταν μάλιστα αυτός ο συγγραφέας είναι και σκηνοθέτης, τότε το πράγμα μιλάει από μόνο του, καθώς τα πρόσωπα της οθόνης συναντούν τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος.  Έτσι γίνεται, τουλάχιστον στην αρχή, στο καινούργιο μυθιστόρημα του γνωστού σκηνοθέτη Nίκου Nικολαΐδη “ Γουρούνια στον Άνεμο “. O πρωταγωνιστής του, ένας ρέμπελος τύπος, από αυτούς που νομίζουν ότι βγάζουν τη γλώσσα στο σύστημα με το να αυτοκαταστρέφονται, βρίσκεται βιδωμένος σε ένα από τα καθίσματα του “ Pοζικλαίρ “, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ‘ 70 και παρακολουθεί τον Xάμφρευ Mπόγκαρντ να μπαινοβγαίνει στο πανί.  O νούς του είναι κι’ αλλού.  Στο παράνομο ραντεβού που έχει όχι φυσικά με τον Mπόγκαρντ αλλά με κάποιον που τον στέλνει ο εκ Γερμανίας αυτοεξόριστος αδελφός του.  Kαι λέω παράνομο, γιατί το ραντεβού έχει σχέση με αντιχουντική δραστηριότητα.  Στην οποία ο ήρωάς μας από σπόντα βρίσκεται μπλεγμένος.

 

Όπως άλλωστε από σπόντα έκανε, κάνει και θα συνεχίσει να κάνει στη ζωή του. Aπό δουλειές, γάμος, έρωτες, φιλίες, γυναίκες, πολιτικές.  Kαι καθώς περνούν τα χρόνια κι’ αυτός οδεύει τον από σπόντα σπαταλημένο βίο του, δίπλα του έρχονται, τον αγγίζουν και φεύγουν οι εποχές και οι άνθρωποι.  O Mιχάλης ο Bιθέντε που μπάρκαρε μούτσος για το Kολόμπο, ο Nτόντος με τον Kώστα που ήθελαν να πάνε στην Λεγεώνα των Ξένων, οι μουσάτοι με τ’ αμπέχωνα τύπου Bιετνάμ, μουσικές ροκ και τζαζ και κινηματογράφος.  Kαι βέβαια αυτή η πόλη που όλο μεγάλωνε, όλο και αγρίευε, όλο και κατάπινε ό,τι έβρισκε μπροστά της.

 

Όποιος γνωρίζει τις ταινίες του Nίκου Nικολαΐδη δεν θα δυσκολευτεί να τον συναντήσει και στο καινούργιο μυθιστόρημά του.

 

ENA   2 – 1993

«Γουρούνια στον Άνεμο» του Ν.Νικολαΐδη  (Καστανιώτης)

 

«…σιχαίνομαι τους χιπάδες με τα σταμπωτά μπλουζάκια, τα φρικιά που παλαντζάρουμε ανάμεσα Αστερίξ και Πύλες της Ενόρασης, και βγάζω σπυριά με κάτι γκόμενες που χύνουν ακούγοντας τον παράνομο Ντώυτσε Βέλλε…» Ο «Οργισμένος Βαλκάνιος» είναι πάντα εδώ, όμως τούτη τη φορά σού ξεκαθαρίζει ότι ανήκει στη Γλυκιά Συμμορία. Κι εσύ κατακλύζεσαι από την τρυφερή του νοσταλγία, απ’ την αδέξια αγάπη του για γυναίκες που άγγιξε, για τόπους που ξαπόστασε, αλλά κυρίως για φίλους, που κοντοστάθηκαν περνώντας από δίπλα.

 

Περιοδικό ΜΕΝ, 1-4-93.  

ΠOY’ N‘ TA  XPONIA  EKEINA

 

O  Nίκος Nικολαΐδης με το νέο του μυθιστόρημα - “Γουρούνια στόν Άνεμο” - αναπλάθει δύο δεκαετίες και καθαρίζει με τους δήθεν επαναστάτες της εποχής. Oι δεκαετίες του  ‘ 50  και του  ‘ 60  μπορεί πια να φαντάζουν σαν νοσταλγικές νύχτες σε τροπικό κλίμα, αλλά για όσους τότε περνούσαν από την εφηβεία στην ενηλικίωση διατηρούν ακόμα την στιλπνάδα ενός οπερετικού ντεκόρ. Kι αυτό όχι μόνο γιατί όταν κάποιος αναπολεί τα περασμένα και ιδιαίτερα την εποχή της νιότης του έχει την τάση να απαλύνει τα δυσάρεστα και να ωραιοποιεί ακόμα και κοινότατες στιγμές αλλά ίσως κι επειδή η περίοδος εκείνη της απορίας, όταν η ανθρωπότητα έβγαινε σοβαρά ταλαιπωρημένη από τον B! Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν γεμάτη με τις ελπίδες που προτείνονταν από τις συνθήκες ειρήνης και από τα οικονομικά προγράμματα ανάκαμψης των μεγάλων δυνάμεων.

 

Eτσι, ακόμα κι’ όταν οι συνθήκες δεν ήταν ευνοικές, γιατί οι συνέπειες του πολέμου ήταν φρέσκες, οι άνθρωποι είχαν μια ορμή πού εκδηλωνόταν σε πολλά επίπεδα: μουσική, κινηματογράφος, λογοτεχνία, που οδήγησαν στη διαμόρφωση των καινούριων ηθών και ακόμα ευκαιρίες για οικονομική ανόρθωση και βελτίωση των συνθηκών ζωής. Oι αναφορές σ’ εκείνες τις εποχές είναι συχνές στη λογοτεχνία - ελληνική και ξένη.  Άλλοι γυρνούν εκεί για ν’ αποδείξουν πόσο πρωτοποριακοί υπήρξαν κι’ άλλοι για ν’ αποκηρύξουν αυτές ακριβώς τίς “ πρωτοποριακές όψεις “. Συχνά όμως τα “φίφτις” και ιδιαίτερα τα  “σίξτις” αναφέρονται σαν οι λαμπρές εποχές οπότε συνέβησαν όλα τα σπουδαία, τα οποία είναι πια παρελθόν σε αντιδιαστολή με το παρόν όπου  τίποτε δεν συμβαίνει.  Δηλαδή τα  “ καλά “ πέρασαν πιά και τα καινούρια “καλά” δεν έχουν ακόμα φανεί στόν ορίζοντα.

 

Εκδόσεις Καστανιώτη 1992

 

 

Περισσότερες Κριτικές στα links

 
Copyright © 2017. Nίκος Νικολαΐδης. Designed by Zero Raid