Ο Οργισμένος Βαλκάνιος (1977)

 

Hρθε και στάθηκε πάνω απ' την αστραφτερή Machules. Mε νωχελικές κινήσεις πέρασε στα χέρια του ένα ζευγάρι μαύρα γάντια κεντημένα όλο μ' ασημόκαρφα. Mετά φόρεσε τα γυαλιά του... Kοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι.

 

Δεν καταλαβαίνω κανέναν, μουρμούρισε μέσ' απ'τα δόντια του και σήκωσε αργά το πόδι του, το ζύγιασε και το τίναξε με δύναμη πάνω στο πεντάλ, καθώς τα γαντοφορεμένα χέρια του πέταξαν κι άρπαξαν το στριφτοκέρατο τιμόνι. Mαρσάρισε σκληρά, ώσπου ένα σύννεφο σκόνης ξεσηκώθηκε και τον τύλιξε. Mετά, πάντα χωρίς να βιάζεται, καβάλησε τη μοτοσυκλέτα. Kοίταξε δεξιά, αριστερά, κι ύστερα σφίγγοντας τη Machules μές στα σκέλια του, έδωσε όλο το γκάζι κι αναδύθηκε μέσα απ' το γαλανό σύννεφο της εξάτμισης σαν μαύρος άγγελος εκδικητής, ιππεύοντας τα εκατόν είκοσι βρυχώμενα μίλια της και χύθηκε στην άσφαλτο χαράζοντας μια ασημένια λάμψη μές στ' απομεσήμερο...

 

Hταν Παρασκευή, ξημερώματα του κερατά. Δυό μέρες πρίν γνωρίσει την Tερέζα.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΡΟΜΑΝΤΖΟ...

Ο «Οργισμένος Βαλκάνιος»  αναφέρεται στη ζωή του Φάνη, ο οποίος μετά από τις γυναίκες, τις μοτοσυκλέττες, τα όνειρα και τα φλιπεράκια, αποβλακώνεται.»

 

«ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ» σελίδες 208, τιμή 250 δρχ.



Ο Πικρός κόσμος της απελπισίας…

 

Νίκου Γ. Νικολαΐδη: «Οργισμένος Βαλκάνιος». Εκδόσεις «Κέδρος». Σελ. 208.

 

(…) Ο «Οργισμένος Βαλκάνιος» ήταν ένα σχέδιο για σενάριο. Όμως ο Νίκος Νικολαΐδης από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της σύγχρονης Ελληνικής Έβδομης Τέχνης, μην έχοντας καμιάν ελπίδα να υλοποιήσει το σχέδιο αυτό σε ταινία του ’δωσε τη μορφή του μυθιστορήματος. Έτσι, η λογοτεχνία κέρδισε το πρώτο της ροκ-αφήγημα και ο κινηματογράφος έχασε ένα από τα σημαντικότερα έργα.

 

(…) Ο Νίκος Νικολαΐδης είναι βέβαια ένας σημαντικός δημιουργός. Γι’ αυτό σκέφτηκε πολύ την φόρμα, το όχημα που θα μετέφερε το περιεχόμενο. Έδωσε, λοιπόν, στο μυθιστόρημά του την καινούργια ζωντανή ταιριαστή γλώσσα που απαιτούσε –το λανγκάζ της νεολαίας– και τη δομή του κινηματογράφου. Έτσι το παιχνίδι με τον χρόνο, οι λεπτομέρειες στην περιγραφή που λειτουργούν σαν οπτικά σημαίνοντα και μία νευρώδης πανταχού παρούσα κινησιολογία προσδίδουν στον «Οργισμένο Βαλκάνιο» μαζί με τη γλώσσα και την θεματική, την πολυτιμότητα μιας προσπάθειας που ήρθε να καλύψει ένα κενό και το πέτυχε απόλυτα. Αν προσθέσει κανείς το θαυμάσιο χιούμορ, την αθυροστομία και τις εκπληκτικές πράγματι σκηνές, όπως εκείνη της σύλληψης του ήρωα από την αστυνομία και της επίσκεψής του στο πρώτο “σούπερ-μάρκετ” της Αθήνας, το σύνολο που αποτελεί το βιβλίο είναι απλούστατα συναρπαστικό. Παρ’ ότι παραμένει βαθύτατα πικρό. Αλλά όπως λέει και ο ήρωας σ’ αυτήν τη χώρα που ζούμε και που είναι ένα «ανώμαλο ρήμα στον κόσμο». Το τραγικό και το κωμικό συνυπάρχουν. Και η σύζευξή τους από τον Νικολαΐδη στον «Οργισμένο Βαλκάνιο» είναι άριστη.

 

Μαρία Παπαδοπούλου - ΤΑ ΝΕΑ, 7-5-1977.  

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ.

 

Νίκος Νικολαΐδης: «Ο Οργισμένος Βαλκάνιος» - Μυθιστόρημα, ΚΕΔΡΟΣ, 1977, σελ. 208.

 

Με τον «Οργισμένο Βαλκάνιο» ο Ν.Ν. επιχειρεί την χαρτογράφηση μίας γενιάς που η φυσιογνωμία της δεν βρήκε ακόμα τη λογοτεχνική της έκφραση. Πρόκειται, χονδρικά, γι’ αυτή που αποκαλούμε «γενιά των Λαμπράκηδων». Χρησιμοποιούμε τον όρο για να προσδιορίσουμε την ηλικία των ηρώων του Ν.Ν. κι όχι το πολιτικό τους στίγμα. Ο βασικός του ήρωας, ο Φάνης χτυπιέται με την αστυνομία στην περίοδο των Ιουλιανών αλλά, όπως λέει κι ο ίδιος, για «προσωπικούς του λόγους». Τους φίλους του, που παίρνουν στα σοβαρά την πολιτική πάλη, τους θεωρεί αφελείς. Η δική του πολιτική συνείδηση είναι άμορφη. Είναι γενικά κατά του κατεστημένου. Κι είναι οργισμένος με όλους και όλα.

 

(…) Ο Ν.Ν. διέτρεξε τον κίνδυνο να γλιστρήσει προς μία ηθογραφία μοντέρνων καιρών. Τον απέφυγε χάρη στο ισχυρό ταλέντο του. Οι ήρωές του αποκτούν την απαραίτητη εκείνη διάσταση βάθους που τους επιτρέπει να βγαίνουν απ’ τις επίπεδες σελίδες του βιβλίου και ν’ αποκτούν τη ζωντάνια, την πλαστικότητα και την πειστικότητα των μυθιστορηματικών ηρώων. Η γραφή του Ν.Ν. είναι γοργή, κινηματογραφική θα λέγαμε, η γλώσσα του άνετη, φυσική, χρωματισμένη έτσι που να χαρακτηρίζει σωστά πρόσωπα και καταστάσεις. Εύστοχες, κοφτές πινελιές σκιτσάρουν με αδρότητα τη συμπεριφορά που έχει συλλάβει ένα παρατηρητικό μάτι. Ο συγγραφέας δεν παρεμβαίνει πουθενά για να χαρακτηρίσει, να σχολιάσει ή να αναλύσει. Γενικά ο Νίκος Νικολαΐδης, με τον «Οργισμένο Βαλκάνιο» κάνει ένα λαμπρό και πολλά υποσχόμενο ξεκίνημα.

 

ΣΠΥΡΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ - ΑΥΓΗ, 22-9-1977

T o  Π ρ ο α ι ώ ν ι ο  Σ τ α υ ρ ο δ ρ ό μ ι

ΝΙΚΟΣ Γ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

«Ο Οργισμένος Βαλκάνιος»

Μυθιστόρημα
Αθήνα, Κέδρος 1977, 208 σ.

«Ο Οργισμένος βαλκάνιος», το πρώτο μυθιστόρημα του Νίκου Γ. Νικολαΐδη, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με πολλή στοργή από τους φίλους της λογοτεχνίας μας, αλλά θα πρέπει συνάμα να προβληματίσει σοβαρά και τον ίδιο τον συγγραφέα του.  Γιατί το κείμενο αυτό, καθώς συνεχώς ταλαντεύεται ανάμεσα στο εξαίρετο και στο τίποτα, αποκαλύπτει αναμφίβολα έναν δυνάμει ρωμαλέο πεζογράφο που βρίσκεται μπροστά στο κρίσιμο σταυροδρόμι της σταδιοδρομίας του: από τη μια ξανοίγει ο Γολγοθάς της πρωτότυπης και δημιουργικής έκφρασης, από την άλλη οι σειρήνες που καλούν στον κατήφορο της ευκολογραφίας, του εντυπωσιασμού ή της δουλικής μίμησης.  Αργά ή γρήγορα ο νέος συγγραφέας θα υποχρεωθεί να κάνει την επιλογή του.

 

Πιστεύω ακράδαντα ότι ο Νίκος Νικολαΐδης είναι πεζογράφος ιδιαίτερα προικισμένος και ότι μπορεί θαυμάσια να καρποφορήσει αν διαλέξει τον καλό αγώνα, στην περίπτωση αυτή η λογοτεχνική γενεά που τώρα διαμορφώνεται θα έχει κερδίσει τον μυθιστοριογράφο της.

 

Διάβασα μονορούφι τον «Οργισμένο βαλκάνιο» αρχίζοντας από βραδίς και ξαγρυπνώντας ως τα ξημερώματα της επόμενης μέρας.  Μιλάει πράγματι για μας και για τη σημερινή κοινωνική μας κατάσταση – για κάποιες όχι αμελητέες πλευρές του κοινωνικού μας ήθους – αυτή η καλά οργανωμένη ιστορία των δύο νεαρών «καθαρμάτων» που ξετυλίγεται πάνω στα χνάρια του αμερικάνικου παραστατικού μυθιστορήματος, με μια σειρά από γοργές ρεαλιστικές και στην υφή τους κινηματογραφικές σκηνές και με λιγοστά ψήγματα από αφηγηματικά παρεμβλήματα.  Χώρος του μυθιστορήματος η Αθήνα των διαστάσεων και του κλίματος μιας κοσμοπολιτικής χοάνης.  Χρόνος: καθώς πολύ έμμεσα συνάγεται από το κείμενο, ο Απρίλης της εθνοσωτηρίου.  Πρωταγωνιστές: δύο «απολωλότα» της καταναλωτικής υστερίας στην οποία ασμένως έχουμε παραδοθεί ως κοινωνία, θύματα των «αξιών» που συνάπτονται με το ιδανικό του αστραπιαίου και άκοπου πλουτισμού.

 

Ο Φάνης, συνοικιακός παίδαρος της εποχής μας, με μοτοσικλέτα, με μπότες και με πέτσινα γάντια, περιφέρει την οργή του μηδενισμού του – «η χώρα που ζούμε είναι το πιο ανώμαλο ρήμα του κόσμου.  Κομπιναδόροι.  Αυτό είναι η ζωή» - μαζί και το στιλέτο του, τις γερές γροθιές του και την αχαλίνωτη γλώσσα του σε σφαιριστήρια, σε «ντισκοτέκ» και σε οίκους ανοχής.  Ο νεφελώδης επαναστατισμός του εξαντλείται σε αδιάκοπα και άσκοπα νταηλίκια «επί δικαίους και αδίκους» ενώ οι εξίσου νεφελώδεις ονειροπολήσεις του συγκεντρώνονται στη μέρα που γλυτώνοντας από το μαγγανοπήγαδο του γλίσχρου μεροκάματου θα ξανοιχτεί ακάθεκτος στην ηδονόχαρη ζωή που εξασφαλίζει ο μεγάλος πλούτος.

 

Η Τερέζα έχει εγκαταλείψει το εύπορο αλλά πληχτικό πατρικό της σπίτι για να εξελιχθεί σε υποψήφια στάρλετ και σε πορνίδιο ημιπολυτελείας με ξεχωριστή προτίμηση στους καλοστεκάμενους κυρίους που πρόθυμα πληρώνουν προκειμένου να ικανοποιήσουν τις γενετήσιες ανωμαλίες τους.  Είναι όμως κοπέλα «πρακτική» και «προσγειωμένη».  Έτσι, όταν Τερέζα και Φάνης συναντιούνται και σμίγουνε, εκείνη θα καταπνίξει τον λανθάνοντα συναισθηματισμό του μόλις πάει να ξεμυτίσει και εκείνη θα καταστρώσει και θα κατευθύνει το σχέδιο που θα τους κάνει από τη μια στιγμή στην άλλη «πλούσιους» - τη γκανγκστερική ληστεία του μπακάλικου του πατέρα της.

 

Τη θριαμβευτική αναχώρηση των δύο «αθώων αποβρασμάτων» για το εξωτερικό μετά το κερδοφόρο έγκλημά τους τη σκιάζει μόνο η ανάμνηση που έχει ο αναγνώστης από μια προγενέστερη πνευματιστική σκηνή όπου το υπερπέραν έχει προεξοφλήσει τη ζοφερή τους κατάληξη.

 

Η έκταση και το περιεχόμενο του αστυνομικού δελτίου, όπως έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, δείχνουν ότι ο Ν. Ν. άγγιξε ένα πραγματικό σημερινό πρόβλημα, που οι διαστάσεις του ολοένα μεγαλώνουν.  Το μυθιστόρημά του είναι, λοιπόν, συνυφασμένο με την ειρηνική αθηναϊκή μας καθημερινότητα, έτσι που θα έλεγε κανείς ότι οι κεραίες του συγγραφέα είναι σωστά προσανατολισμένες και σωστά συλλαμβάνουν τον κοινωνικό του περίγυρο.

 

Και όμως, συμβαίνει, σε μεγάλη έκταση του βιβλίου, ακριβώς το αντίθετο: το καίριο μειονέκτημα του «Οργισμένου βαλκάνιου» είναι τα μεγάλα κενά που παρουσιάζει στη σχέση του με τη δικιά μας πραγματικότητα.  Έτσι σ’ έναν ισολογισμό των υπέρ και των κατά, το μυθιστόρημα δεν ξεπερνάει το επίπεδο της πολύ ελπιδοφόρας υπόσχεσης.  Εξηγούμαι.

 

Μια προσεχτική ανάγνωση του βιβλίου αμέσως αποκαλύπτει ότι ο νέος πεζογράφος άλλοτε παρατηρεί και μεταπλάθει τον κόσμο που τον περιβάλλει.  Λόγου χάρη: οι οικογενειακές σκηνές με τον πατέρα, τη μάνα και την αδερφή του Φάνη στο μίζερο σπιτικό τους στην Πετρούπολη.  Οι σχέσεις του Φάνη με το αφεντικό του στο βενζινάδικο, αλλά και από την κράτηση του Φάνη στη Γενική Ασφάλεια κ.ο.κ. – στις σελίδες αυτές η καλλιτεχνική δημιουργία είναι πρωτογενής και συνιστά τους τίτλους για τη λαμπρή εξέλιξη του νέου μυθιστοριογράφου.  Άλλοτε όμως – και αυτό συμβαίνει σε πολλά και αποφασιστικά σημεία – ο Ν. Ν. μεταφέρει απλώς στις σελίδες του σκηνές από ξένες κινηματογραφικές ταινίες που θα τον έχουν συγκινήσει.  Φυσικά τα δευτερογενή αυτά «δημιουργήματα» μολονότι καλοστημένα, πέφτουν τελικά στο κενό.  Πιστεύω μάλιστα ότι ένας γνώστης του είδους θα μπορούσε εύκολα να προσδιορίσει ποιες ακριβώς ταινίες έχουν σταθεί η «μούσα» του.

 

Με τούτο δεν εννοώ καθόλου την πολύ σωστή και επιτυχημένη πρόσμιξη στον χαρακτήρα και στη συμπεριφορά των δύο ηρώων του και κυρίως του Φάνη, στοιχείων ξεσηκωμένων από τα είδωλα της έβδομης τέχνης που έχουν επιδράσει ως πρότυπα ζωής στο κούφιο τους κεφάλι – τέτοιες «προσωπικότητες» αφθονούν τριγύρω μας και η απεικόνισή τους καλύπτει ένα κενό στην πεζογραφία μας.

 

Εκείνο που θέλω να επισημάνω είναι ότι τα πρόσωπα του Ν. Ν., έτσι διαμορφωμένα από μέτρια κάλπικα μοντέλα, αντί να κινηθούν και να συγκρουσθούν μέσα στη δική μας πραγματικότητα, γεγονός που θα χάριζε υπόσταση και νόημα στο δράμα ή στην κωμωδία τους, πρωταγωνιστούν συχνά σε σκηνές ξεσηκωμένες από ξένες ταινίες.  Ενδεικτικά αναφέρω την απίθανη σκηνή στο έρημο ζαχαροπλαστείο με το ανακάτεμα των γλυκών, την ακόμη πιο απίθανη επίθεση του «πιτσιρικά με το μηχανάκι» στους αστυφύλακες που κυνηγάνε τον Φάνη, τον μεταμεσονύχτιο αμερικάνικα σιωπηλό καυγά μέσα στο σφαιριστήριο, την οιονεί ληστεία του ιδιοκτήτη του κινηματογράφου, το καψόνι που κάνει ο Φάνης στου υπάλληλους του σούπερ-μάρκετ, το τριήμερο ερωτικό παραλήρημα στο διαμέρισμα της Τερέζας.  Στις περιπτώσεις αυτές που δεν είναι καθόλου λίγες το ενδιαφέρον μας για το μυθιστόρημα μηδενίζεται.

 

Όταν ο νέος μυθιστοριογράφος απαλλαγεί από αυτά τα θανατηφόρα δάνεια – παρεμπιπτόντως εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ιδέα της ερωτικής σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσα στα «μηχανάκια» και στον παίκτη τους, δεν είναι δικά του, είναι του Μένη Κουμανταρέα στο ομώνυμο διήγημα – τότε βέβαια θ’ αξίζει να εξεταστεί διεξοδικά και η δραστικότητα του μάλλον ακατέργαστου αλλά οπωσδήποτε ζωντανού λόγου του με την πλησμονή του ανακυκλούμενου διαλόγου, με τη συρροή των κλισαρισμένων ιδιωματισμών της τρέχουσας αργκό και με την στεγνή και λεπτομερειακή καταγραφή των στοιχείων του χώρου και των ανθρώπινων κινήσεων που συχνά θυμίζει τις σκηνικές οδηγίες σε σενάριο.

 

Ως τότε θα περιμένουμε………

 

Αλέξανδρος Κοτζιάς

Ν. Νικολαΐδη: «Ο Οργισμένος βαλκάνιος»

Κέδρος 1977.

Είναι το πρώτο βιβλίου του Ν. Ν.  Ένα μυθιστόρημα που έρχεται από τους κύκλους της κλαστικής γραφής για να διεκδικήσει την πληθωρική προβληματική των θεσμών της κοινωνίας μας.  Κι εδώ, στον «οργισμένο βαλκάνιο», η αποκρυπτογράφηση των θεσμών δανείζεται την κινηματογραφική αναπαραστατική ανάπτυξη για τον σχηματισμό εννοιολογικής λειτουργίας της ιδεολογίας.

 

Ο μύθος που διαλέχτηκε από τον συγγραφέα δεν είναι μια φανταστική (ονειρική) αναγωγή αλλά ένα πραγματικό γεγονός με διαλεκτικό γνώρισμα.  Ο Φάνης αποτελεί το μόνο κεντρικό πρόσωπο, έναν αληθοφανή χαρακτήρα.  Όλοι οι άλλοι υπάρχουν για να εξυπηρετήσουν τη μορφολογική αναγκαιότητα, τον συνδυασμό του μύθου.  Εκτός από την Τερέζα, την κοπέλα του Φάνη που συνοψίζει τις φυσικές του αναγωγές.  Βέβαια σε κάθε περίπτωση ή κατάσταση, ο Φάνης με την μοτοσικλέτα, από τη φτωχή συνοικία της Πετρούπολης εκφράζει τη δυσπιστία του για τις αρχές και στο σύστημα.  Παρ’ όλα αυτά είναι δέσμιος των καταναλωτικών αγαθών.  Ο «οργισμένος» νέος που φορά Lee, ακούει ρόκ και ποπ τραγουδιστές, ενώ τα κέντρα ενδιαφέροντός περιορίζονται σε σφαιριστήρια και φλιπεράκια των Εξαρχείων και της πλατείας Βικτωρίας ή σε κινηματογράφους με αστυνομικές περιπέτειες.  

 

Οι χώροι αυτοί γίνονται και χώροι επεισοδίων, των οποίων το «σημειολογικό ιδεώδες» εγκυμονεί την επιβολή της καπιταλιστικής δομής αν όχι το American way of life.  Ο ευνουχισμός λοιπόν από τα δευτερογενή «αντικείμενα επιθυμίας» γίνεται αναπόφευκτος καθώς υπαγορεύει όχι μόνο τα βαθμό συμπεριφοράς στις ανθρώπινες σχέσεις αλλά και τον κώδικα της λεκτικής συμπεριφοράς.

 

«Για ποιόν κερατά δουλεύουμε» θα αναφωνήσει ο ήρωας.  Γιατί έχει συνείδηση της εκμετάλλευσης από την άρχουσα ιδεολογία παρ’ ότι είναι εγκλωβισμένος στα κανάλια της.  Η επιμονή να μάθει η μητέρα του το όνομα του Τσε Γκουεβάρα ή η προφητεία του «αυτά ‘ναι κόλπα των Αμερικάνων που να χέσω μέσα.  Ξέρεις τι θα μας κάνουνε αυτοί σε λίγο καιρό.  Να σου πω εγώ.  Θα μπαίνεις μέσα σ‘ αυτά τα κωλοχανεία και θ’ αγοράζεις ανθρώπους» σημαίνει επίγνωση των συνθηκών.

 

Ο Ν. Ν. στιλβώνει την εσωτερική διάρθρωση, την ψυχική υφή και διαμόρφωση των χαρακτήρων του βιβλίου μέσα από τα πλαίσια της γνωστικής εμπειρίας του.  Στην ουσία πρόκειται για μια βεμπερική «μεταφορά» της κοινωνικής επιστήμης στα σχήματα του κοινωνικού μυθιστορήματος όπως πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα με την «Αργώ» του Θεοτοκά.

 

Πραγματικά, ο «οργισμένος βαλκάνιος» επιχειρεί είτε με φανερό είτε με έμμεσο λόγο τη διακύμανση των μεγεθών του χρόνου και του χώρου.  Τη λειτουργική συσχέτιση του ανθρώπου με τους τύπους δράσεως ακόμα κι όταν αυτοί σκηνοθετούν εμπορευματικά το μήνυμα (διαφήμιση).  Δικαιολογημένα – ως ένα βαθμό – και η προσανατολισμένη διαντίδραση του προσώπου προς τις επενδύσεις του συστήματος ευθύς ως αντιλαμβάνεται τον σκοπό της οπτικής του.

 

Η κοινωνική συμπεριφορά του οργισμένου νέου παραμένει ένα «οιονεί πείραμα» για την προώθηση ή τη μεταβολή των θεσμών.  Κι αν η ένδειξη δύναμης (στο σφαιριστήριο – με τους αστυνομικούς στο βενζινάδικο) διατυπώνει ή προτείνει το σχεδιασμό διαφοροποίησης του μυθικού χαρακτήρα, η εικόνα-λέξη γνωρίζει να ελέγχει την «απώλεια της πραγματικότητας».  Εδώ ακριβώς εκτείνονται και οι επιταγές του βιβλίου αφού άτομο και ομάδα (οικογένεια), με διαφορετική κατηγορία γλώσσας, βρίσκονται σε διάσταση.

 

Ο ψυχικός αυτοματισμός, τα νευρωτικά συμπτώματα (του Φάνη) έχουν τις ρίζες τους στην παθολογία του θεσμικού περίγυρου.  Παράλληλα η γνήσια ουρμπανιστική γραφή οικειοποιείται τις διακοινώσεις της γλώσσας.  Γίνεται φανερό πως ο Ν. Ν. θέλει να αποκαλύψει τις εκφραστικές εναλλαγές, την ομοιότητα και την αναλογία μιας «δευτερογενούς» γλώσσας με λεκτικούς ιδιωματισμούς.  Από την άλλη πλευρά η συντακτική δομή (αόριστος χρόνος, τρίτο πρόσωπο) φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει προβλήματα μορφής, καθώς η κλασική γραφή είναι αναγκασμένη από το βάρος της εποχής να παραδεχτεί τη διάσπασή της.

ΚΩΣΤΑΣ   ΓΟΥΛΙΑΜΟΣ

 

 
Copyright © 2017. Nίκος Νικολαΐδης. Designed by Zero Raid