Μια Στεκιά Στο Μάτι Του Μοντεζούμα (2007)

 

“Όλες οί βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από τήν πρώτη…σάν τήν πρώτη αγάπη”, γράφει ο Νίκος Νικολαΐδης στο Μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα. Σ’ αυτή την ύστατη πνευματική του μαρτυρία μυθιστοριογραφεί, με το ιδιότυπο ύφος του, για μια τελευταία φορά έντονα και άμεσα τη γενιά του. Ο δεκαπεντάχρονος αφηγητής του μυθιστορήματος καταγράφει την Αθήνα και τις μεταπολεμικές δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα με μια ψύχραιμη, σαρκαστική, προκλητική αλλά και ταυτόχρονα ιδιαίτερα νοσταλγική και ευαίσθητη ματιά. Η ανήσυχη διαδρομή του, κάτω από ροκ εν ρολ και τζαζ ήχους, είναι μία αποκαλυπτική αναζήτηση, γεμάτη αγάπη, συντροφικότητα, περιπέτειες και έρωτα, η οποία όμως οδηγεί σχεδόν μοιραία σε χαμένες ελπίδες, εκρήξεις οργής και ατελείωτες απογοητεύσεις.

 

Ο Νίκος Νικολαΐδης κατανοεί απόλυτα το πόσο αδυσώπητα μας “τιμωρεί” ο χρόνος και το πόσο αμείλικτα η ζωή μάς οδηγεί σε άλλους δρόμους, αλλά ταυτόχρονα υμνεί το αναλλοίωτο των πρώτων μας ονείρων και τη συνέπεια όσων αρνούνται να εγκλωβιστούν στα “όρια” του συστήματος.

 

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 … Αφιερωμένο στα παιδιά που κατεβαίνουν τις νύχτες απ' τους λόφους και κυκλοφορούν στα σκοτεινά δρομάκια της πόλης μας…»

 

Νίκος Ν.
 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

15/11/2007  

ΜΙΑ ΣΤΕΚΙΑ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΖΟΥΜΑ

Με τα «στημένα» θεάματα, τις επίσημες διοργανώσεις, τις δημόσιες σχέσεις ο Νίκος Νικολαΐδης δεν τα πήγαινε καλά. Οι σχέσεις του με το κοινό όμως τον ενδιέφεραν όπως και το Φεστιβάλ, που σεβόμενος την επιθυμία των συντελεστών του ήθελε να παρουσιάζει εκεί τις ταινίες του. Φέτος δεν θα βρίσκεται στα στέκια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου, δεν θα ανάβει τα αίματα στις συζητήσεις με τις απόψεις του. Μες στο καλοκαίρι αποφάσισε να την «κάνει», αφήνοντάς μας με δύο ασημένια δάκρυα στα μάγουλα. Τελευταία του παρακαταθήκη το μυθιστόρημα «Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα», που ευτυχώς πρόλαβε να ολοκληρώσει. Σαρκασμός, ευαισθησία, οργή, ρομαντισμός. Προκλητικό ύφος, ανατροπές, ακρότητες, χειμαρρώδης λόγος. Ο Νικολαΐδης στο σελιλόιντ και το χαρτί. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον τιμά με μεγάλο αφιέρωμα στο σύνολο των ταινιών του και έκθεση αντικειμένων και αφισών από αυτές. Εκεί θα παρουσιαστεί το μυθιστόρημα που η σύντροφος και γυναίκα της ζωής του, η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου, και οι στενοί της συνεργάτες φρόντισαν για την έκδοσή του. Ήρωας ένας 15χρονος και η παρέα του στις μεταπολεμικές γειτονιές του ’50 και του ’60 μέσα στην ατμόσφαιρα της Αθήνας της εποχής, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται στον κοινωνικό της περίγυρο. Σήμερα ο ΕΤ δημοσιεύει ένα απόσπασμα από το βιβλίο που φέρει ατόφιο το πνεύμα και το ύφος του δημιουργού του. Είναι από το κεφάλαιο που ο φίλος του ήρωα αυτοκτονεί:

 

Διά χειρός… «Θα δεις όμως τον Μιχάλη τον Βιθέντε μου απάντησε κι αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια έτσι απλά χωρίς τυμπανοκρουσίες και υπερβολές χωρίς κορώνες και μαντήλια ν’ ανεμίζουνε στην αποβάθρα γιατί όταν την άλλη μέρα το πρωί σηκώθηκα να πάω για κατούρημα έπεσα πάνω στα παπούτσια του για την ακρίβεια δεν έπεσα κουτούλησα γιατί τα παπούτσια του σαλεύανε στο ύψος των ματιών μου στο ένα μάλιστα ήταν λυμένο το κορδόνι κι από πάνω συνέχιζε το κορμί του με τον λαιμό αρπαγμένο μέσα σε μία σφιχτή θηλιά που ανέβαινε ζορισμένη κι άρπαζε πάνω σ’ ένα χοντρό δοκάρι… Γιατί ρε Βιθέντε δεν μου το ’πες χθες βράδυ έχεις ένα σωρό κρεμάλες εδώ μέσα μπορεί και να την κάναμε παρέα τη δουλειά - μη νομίζεις πως δε βουρλίζει κι εμένα το μυαλό αν μάλιστα μου ’βαζες και τον Βέμπερ το βλέπω κάτι περισσότερο από σίγουρο. Σήκωσα ένα κίτρινο χαρτάκι από κάτω «Κάνε μου τη χάρη φίλε και πάρε τη χακί καμπαρτίνα μου να με θυμάσαι».

 

Βασιλική Τζεβελέκου

ΤΑ ΝΕΑ
16/11/2007

Ροκ μυθιστόρημα
Σαρκασμός, νοσταλγία, ψυχραιμία, ευαισθησία, τσαντίλα, ρομαντισμός και πολύ ροκ οργή τη δεκαετία του ΄50- αρχές του ΄60 στις γειτονιές της Αθήνας... Όλα αυτά στο μυθιστόρημα του Νίκου Νικολαΐδη, του ροκ σκηνοθέτη της μεταπολιτευτικής γενιάς, που δεν κατάφερε να το δει τυπωμένο καθώς έφυγε από τη ζωή πριν από τρεις μήνες στα 67 του χρόνια. «Δεν τα γουστάρω όλα αυτά τα πρόβατα στην ουρά συφιλιάζομαι που τα βλέπω στον δρόμο μου, μέσα στα λεωφορεία, να σκουντουφλάω πάνω τους μα τους ξεφεύγω, αλλά εποχές, να μην τους συναντάω, δεν τους μιλάω κι όταν με ρωτάνε κάτι πάντα τους λέω “με λένε Ελένη και θα βρέξει” κι ο Μάνος- κολλητός φίλος του- μου λέει “έχεις σαλτάρει Σπόρε, δεν τη βγάζεις καθαρή» γράφει ο Νίκος Νικολαΐδης στις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματός του «Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα», που θα κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο από τις Εκδόσεις Greekworks. com.
Το εντυπωσιακό εξώφυλλο- χώρεσε όλη τη μεταπολεμική αγωνία της Ελλάδας...- είναι έργο του Βίκτωρ Κοέν. Στην αρχή του βιβλίου (η πρώτη παρουσίασή του θα γίνει 21 Νοεμβρίου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, στο Μουσείο Κινηματογράφου), υπάρχει ένα μικρό σημείωμα-επίμετρο του Μάνου Ελευθερίου που γνώριζε προσωπικά τον Νίκο Νικολαΐδη. Ένα ανατρεπτικό μυθιστόρημα από τον συγγραφέα του «Οργισμένου Βαλκάνιου» το οποίο είχε λατρέψει η ροκ γενιά του ΄70 και του ΄80...

Παύλος Θ. Κάγιος



Περιοδικό (δε)κατα

Χειμώνας 2009

Γραφή κοφτερή σαν λεπίδι

Το θέμα είναι να στήνεις σωστά το παραμύθι (σ. 275-6)«Το μαύρο μου το χάλι φίλε μου» απαντά ο Κίνγκσλυ Έιμις σε ερώτηση του βιογράφου του σχετικά με την κατάστασή του, λίγο προτού πεθάνει. Συλλαβίζει ακόμα μια λέξη που ο γιος του Μάρτιν Έιμις προσπαθεί για χρόνια να αποκρυπτογραφήσει προτού αποφανθεί: «Για ένα συγγραφέα, τα βιβλία του – όλα του τα βιβλία – αποτελούν τελευταίες λέξεις» (Μισέλ Σνεντέρ, Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, σ. 264-265).
Από τα Κουρέλια που Τραγουδάνε Ακόμα μέχρι την Γλυκιά Συμμορία και την Πρωινή Περίπολο, κι από τα Γουρούνια στον Άνεμο μέχρι τον Οργισμένο Βαλκάνιο, ολόκληρο το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό έργο του Νίκου Νικολαΐδη (Αθήνα 1939 - 2007) μοιάζει να ψελλίζει τις οριστικές και αμετάκλητες αλήθειες του δημιουργού του. Ο κόσμος των χαρακτήρων του, ένα αξεδιάλυτο και οργιαστικό πανδαιμόνιο του έρωτα, της συντροφικότητας των φίλων και ενός ακατάπαυστου αγώνα ενάντια στην συμβατικότητα και την υποταγή, μιλάει τη γλώσσα του κινηματογράφου και της μουσικής, ιδίως του ροκ εντ ρολλ, και κοιτάζει κατάματα την ήττα και τον θάνατο. Ακόμα κι όταν κάποια στιγμή οι ήρωές του, στην ερώτηση «τι γιορτάζουμε;» απαντούν κι αυτοί, συμπτωματικά, «το μαύρο μας το χάλι», έχουν νωρίτερα ζήσει ακριβώς όπως προστάζει ο εαυτός τους.

 

Το εν λόγω post mortem μυθιστόρημά του δεν είναι απλώς η επιτομή της μυθολογίας του αλλά και μια αυτοβιογραφική καταβύθιση στην εφηβεία του και, συγχρόνως, στο παρελθόν μιας γενιάς που βρέθηκε ανάμεσα σε ένα συντηρητικό «εδώ» και σε ένα μοντέρνο «αλλού». Ολόκληρη η παρέα του είναι ξανά εδώ, γνώριμα πρόσωπα από τις σελίδες και τα καρέ του, που περιπλανιούνται στα συνοικιακά στέκια και τους πρωινούς διαγωνισμούς χορού και ορμούν στις διαδηλώσεις, στους καυγάδες των παρεών, στο ανελέητο κυνήγι του ποδόγυρου και στην αναζήτηση μιας αλήθειας.

 

Αυτός είναι ο κόσμος του κεντρικού αφηγητή, του Σπόρου, προτού ξεχυθεί από ένα σπίτι που μυρίζει υγρασία και πετρέλαιο σόμπας στα Τουρκοβούνια κάτω στις αρτηρίες της πόλης - Πατησίων, Βικτώρια, Νεάπολη, Στέκι της πλατείας Αιγύπτου, Τοπ-Χατ, Ζωναρ(ά)ς, Λήθη, Γκρην Παρκ, Ρεξ, κεντρικές στοές - ή περιπλανηθεί στην πάχνη των έρημων τότε βορείων προαστίων αναζητώντας τους έρωτές του. Ένας κόσμος που καθορίζεται από τον μύθο του σινεμά ήδη από τη στιγμή που ανοίγουν αργά οι βυσσινιές κουρτίνες και φαίνεται η άσπρη οθόνη, συνεννοείται με ατάκες και σεκάνς και ντύνει τις δικές του καθημερινές σκηνές με φρέσκα ροκ 45άρια. Ένας κόσμος που στις δύσκολες στιγμές βρίσκει στήριγμα στους ποιητές, στα τρία ιερά κάπα (Καβάφης, Καρυωτάκης, Καββαδίας), ενίοτε σε Ρίλκε και Μπωντλέρ, «γιατί η ποίηση ας βοηθάει να ζήσουμε και να πεθάνουμε όμορφα και κάμποσες φορές να ρίξουμε … μια φοβερή στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα» (σ. 176). Για εκείνη τη στεκιά απαραίτητες όπως πάντα οι γυναίκες, καταλυτικά παρούσες, αιώνια εράσμιες, ερωμένες και φίλες, «το μόνο κίνητρο για να ξεκολλήσεις», όπως γίνεται πάντα, «η κάθε μια τους με το στυλ της και το παραμύθι της».

 

Η γραφή του Νικολαΐδη, κοφτερή σαν λεπίδι και σκληρή σαν των παιδιών που μεγάλωσαν απότομα, μένει ακριβώς όπως παραδόθηκε στο χειρόγραφο, χωρίς κανονική επιμέλεια, λόγω του ξαφνικού θανάτου του. Μπροστά σε ένα τέτοιο καταρράκτη αμεσότητας και ζωντάνιας, έννοιες όπως στίξη ή ορθογραφία περνάνε σε δεύτερη μοίρα: στον εσωτερικό μας μονόλογο, στις ζωτικές μας προφορικές συνομιλίες και στις κουβέντες της ψυχής μας δεν έχουν θέση οι γραμματικοί κανόνες.

 

Με χρονικά άλματα μεταξύ των δυο «καθοριστικών» δεκαετιών του ’50 και του ’60 και εναλλαγή κεφαλαίων ρεαλιστικότατης αφήγησης και προσωπικών, συχνά παραληρηματικών σκέψεων, ολόκληρη η Στεκιά μοιάζει με εγκεφαλογράφημα του Σπόρου που μοιράζει ακριβοδίκαια τα συναισθήματά του στους φίλους του, από την σκληρότητα μέχρι την άνευ όρων αγάπη, επιβραβεύοντάς τους τρυφερά και ερήμην τους, όταν φερθούν σπαθί, με ένα «σωστός νομίζω». «Όπως είπε κάποτε κι ο Τζέρρυ Λούις πρέπει ν’ αγαπάς λίγο τον εαυτό σου γιατί στο κάτω κάτω μ’ αυτόν θα ζήσεις όλα σου τα χρόνια» (σ. 216). Ο Σπόρος θα ενηλικιωθεί πολύ γρήγορα με όλα τα παραπάνω, χωρίς ναρκωτικά (μόνο βαλεριάνα για να κοιμάται του θανατά στις δύσκολες στιγμές και παγωμένες μπύρες που έκρυβε στο ρέμα της Πεντέλης) μα πάντα υπό βροχή, η οποία δεν λείπει ποτέ, ιδίως κάθε Κυριακή απόγευμα (4), και θα προχωρήσει ακόμα κι όταν οι σχέσεις του είναι καταδικασμένες, ακόμα κι όταν ο ξενιτεμένος κολλητός του τον περιμένει για να μην κρεμαστεί μονάχος.
Ίσως γι’ αυτά και γι’ άλλα ο Νικολαΐδης μίλησε στις καρδιές εκείνων που ονειρεύτηκαν μια πιο ροκ εντ ρολλ ζωή, ακόμα κι αν προέρχονταν από διαφορετικές δεκαετίες, είτε είχαν διαβάσει τις αθυρόστομες σεξουαλικές περιγραφές του Ρομπ Γκριγιέ, τα μπιτ παραληρήματα του Κέρουακ, τις ψυχοσωματικές εξομολογήσεις του Μίλλερ ή το αμερικάνικο νουάρ, είτε όχι. Ίσως γι’ αυτό το ερώτημα που ταλάνισε τους χαρακτήρες «τι τρέχει ακριβώς, πάμε λάθος στο σωστό δρόμο ή σωστά στον λάθος;» (σ. 232) δεν έχει την απάντησή του. Ο ίδιος ο συγγραφέας και οι ήρωές του πήγαν στον δικό τους δρόμο. Σωστοί νομίζω.

Λάμπρος Σκουζάκης

 

 

Περισσότερες Κριτικές στα links

 
Copyright © 2017. Nίκος Νικολαΐδης. Designed by Zero Raid