«Ησυχα μωρό μου σε λίγο τελειώνουμε. Ιδού, έρχομαι ως κλέφτης Μακάριος ο γρηγορών και τηρών τα ιμάτια αυτού, ίνα μη γυμνός περιπατή – ξεβράκωτος που λένε και κάνει και ψωφόκρυο.»







«Και ο πρώτος άγγελος μαλάκα μου, εσάλπισε και φώναξε με φωνή μεγάλη. Δε πάτε να πουλήσετε καμιά κόκα σε κάνα σχολείο και να ξεχαρμανιάσετε παλιομαλάκες;..... Μου φαίνεται ότι ο χοντρός μου γάμησε τη σπλήνα...»







«Αγαπητή Μελίσσα πρέπει να σου πω ότι ανήκω σ’ εκείνη την προνομιούχα γενιά που όταν πηδάει δεν φοράει ποτέ καπότα. Αυτό σε περίπτωση που σούρθει η διάθεση μετά τα παπούτσια να βγάλεις και την κυλότα σου...»







- Ποιοί πούστηδες είναι τώρα αυτοί... Μανταλί τόχεις ξαναδεί αυτό το αυτοκίνητο;
- Oχι.
– Καλά πήγαινε κρύψου...







«I see all these people, don’t know what to say... Things are gonna change, I heard... By that time I’m gonna be dead... What a wonderful world...»







«Έτσι λοιπόν πρόσεχε τις ρεπλίκες που φέρονται σαν πραγματικές γυναίκες και ν’ αποφεύγεις συστηματικά τις πραγματικές γυναίκες που φέρονται σαν ρεπλίκες...»







«Μη δίνεις σημασία... Ο μικρός θα σηκωθεί και θα πάει μόνος του στον τάφο του. Ξέρει αυτός... Έπειτα που θα πας... θα πλακώσουν οι μπάτσοι και οι ανακρίσεις. Πάμε να φύγουμε ‘Ελσα, αυτό ήθελε κι ο μικρός. Οχι πια εδώ!»







«Εκεί κι εκεί υπάρχουν δυό δικοί μου με καραμπίνες. Έτσι και κουνηθείς...»







«Ακουσα ότι τα πράγματα θ’ αλλάξουνε προς το καλό αλλά μέχρι τότε θα μ’έχουν βρει νεκρό... Σου αρέσουν τα τραγούδια του;»







- ...Θα πεί ότι δεν πετάνε τρία εκατομμύρια στον πρώτο άγνωστο, άρα βρώμα η δουλειά.
- Eντάξει, ας τ’άφήσουμε.
- Θα την κάνουμε τη δουλειά!
- Ό,τι πει ο φίλος μου από δω...

O ΧΑΜΕΝΟΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΟΛΑ  (2002)

 

Ο Άνδρας, κάπου γύρω στα 40 του, μόνος, παρέα με τσιγάρα, μπύρες, χάπια και τον Μπελαφόντε, το καναρίνι του. Χωρίς παρόν, χωρίς μέλλον αλλά με παρελθόν. Με πειραγμένη υγεία και θολό μυαλό από μια σκάρτη ζωή και αρκετούς μπάτσους που δεν γουστάρουν τη φάτσα του. Α! ναι, και τις εμμονές του στην Αποκάλυψη του Ιωάννη…

 

Ο Άνδρας περιπλανιέται στα σοκάκια της πόλης, ανάμεσα στις γυναίκες της ζωής του, εφήμερες σχέσεις, σκοτεινές νύχτες, παρακμιακά μπαρ και στριπτιζάδικα, βρώμικες ιστορίες, άγρια θηλυκά και μικρές ελπίδες. Δουλεύει, όταν θέλει ή έχει ανάγκη, στο γραφείο του Χοντρού, ντετέκτιβ του υπόκοσμου. Κλέβει, όταν θέλει ή έχει ανάγκη, από τυχαίους γνωστούς-άγνωστους που μπαίνουν στη ζωή του. Συναντά τον 19χρονο Μικρό –στο σπίτι της παλιάς ερωμένης που αγαπάει ακόμα– και βρίσκει σ’ αυτόν τον σύντροφό του: ακολουθεί στην περιπέτεια χωρίς να ρωτάει πολλά…

 

Στο δρόμο τους μπλέκονται γκόμενες, λεφτά, εχθροί, ναρκωτικά, κάμερες, κυνηγητά και φόνοι. Οι νύχτες γίνονται επικίνδυνες και οι μέρες περίεργες. Οι δυο τους και τρεις γυναίκες –η Έλσα, το Βατόμουρο και η Μαυρούκα, κάθε μία γι’ άλλο λόγο
μαζί τους– αποφασίζουν να τα πιάσουν χοντρά και να την κάνουν. Από το μπαρ ELDORADO στο εξωτικό νησί. Χωρίς να προδώσουν την αθωότητα της παρακμής τους και τις σταγόνες της αγάπης τους. Η περιπέτεια από αστεία γίνεται σοβαρή και το ταξίδι στον Παράδεισο ή στην Κόλαση, χειροπιαστό –ανάλογα ποιός θ’ αντέξει…

 

 
Copyright © 2017. Nίκος Νικολαΐδης. Designed by Zero Raid